Αναρτήθηκε από: spzoidis | 16/11/2016

ΤΟ ΚΑΡΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

ΤΟ ΚΑΡΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

 Το παθαίνεις ή δεν το παθαίνεις το εγκεφαλικό όταν ακούς τα τηλεοπτικά κανάλια να αναμεταδίδουν με έμφαση αυτό που έγραψε γερμανική εφημερίδα, ότι δηλαδή «Ο Παρθενώνας είναι ένα ερείπιο, και η σημερινή Ελλάδα είναι ένα ερείπιο, ένα οικονομικό ερείπιο».

Και οι συνειρμοί αναπόφευκτοι. Και απαντάς: τον Παρθενώνα τον κατάντησαν ερείπιο, ….φίλοι…. Γερμανοί, οι άξεστοι και άσχετοι βάρβαροι ανατολής και δύσης που τον βομβάρδισαν, τον λεηλάτησαν και έκοψαν με πριόνια τα γεμάτα φώς, κάλος και σοφία καλλιτεχνήματά του επειδή είχαν την δύναμη της εξουσίας!!! Και την σημερινή οικονομία την κατάντησαν ερείπιο όλοι όσοι έχουν την δύναμη της οικονομικής εξουσίας. Κάτι οι πολεμικές αποζημιώσεις που δεν δώσατε ποτέ, κάτι οι χιλιάδες ψυχές που αφανίσατε για χάρη του εθνικοσοσιαλισμού σας αφαιρώντας την δυνατότητα της όποιας ανάπτυξης στην ελληνική οικονομία που πάλευε να σταθεί στα πόδια της μετά την κατάρρευση της και το κύμα των προσφύγων που είχε υποστεί (και που όλοι οι δυνατοί της δύσης βάλανε το χεράκι τους για να συμβεί αυτό), κάτι η φεουδαρχική οικονομική νοοτροπίας σας -της εκμετάλλευσης του οικονομικού πλούτου κάθε χώρας μέσω της τεχνολογίας που επιβάλλατε- και τελευταία κάτι με την διαφθορά μέσω Ζήμενς (διότι γνωρίζετε πολύ καλά ….φίλοι…. Γερμανοί ότι η διαφθορά θέλει δύο, όπως το ταγκό, αυτόν που τα παίρνει και αυτόν που τα δίνει, ιδιαίτερα αυτόν που τα δίνει που στα ελληνικά τον ονομάζουμε διαφθορέα) έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης της σημερινής οικονομικής δυσπραγίας της Ελλάδας.

Η σημερινή, όμως, πραγματικότητα είναι τόσο ζοφερή που είναι αδύνατον στον Έλληνα να μην φτάσει στο περίφημο Τρικουπικό «Τις Πταίει;»

Στην αποτύπωση των αιτίων της σημερινής οικονομικής κατάντιας της χώρας μας μπορούμε να συμπεριλάβουμε πλείστα όσα εισαγόμενα αίτια και αιτιατά και να αποδώσουμε ευθύνες σε άγγλους, γάλλους, γερμανούς και αμερικάνους. Μπορούμε εύκολα να προσδιορίσουμε τις πολιτικές ευθύνες όλων των κυβερνήσεων, τουλάχιστον της μεταπολίτευσης, οι οποίες ποτέ δεν αποδόθηκαν και ποτέ δεν μετατράπηκαν σε ποινικές. Μπορούμε να ακολουθήσουμε τα εύκολα μονοπάτια της συνομοσιολογίας και να τραγουδάμε όλοι μαζί «δεν φταίμε εμείς φταίνε οι άλλοι, φταίει και ο Χατζηπετρής» του Κηλαϊδόνη. Αλλά είναι έτσι; Ή μήπως όπως στρώσαμε θα κοιμηθούμε; Και όπως σε κάθε σημαντική στιγμή που βρισκόμαστε στη κόψη του ξυραφιού, αναφωνούμε ένα μεγάλο «γιατί». (σημ. γράφοντος. Το μεγάλο «γιατί» ακολουθείται πάντα από ένα «…ρε  γαμ..το»).

Στην κόψη του ξυραφιού. Είναι σαν να στέκεσαι στην άκρη της αβύσσου και να αναρωτιέσαι γιατί δεν έχεις πέσει ακόμα. Τι είναι αυτό που σε λίγο θα σε σπρώξει στην ανυπαρξία ή τι είναι αυτό που σε κρατά γερά και κάποια στιγμή θα σε απαλλάξει από τον τρόμο; Τι κάρμα κουβαλάς εν τέλει; Τι κάρμα κουβαλά η Ελλάδα; Μήπως το κάρμα όλων μας; Το εθνικό, δηλαδή το συλλογικό, κάρμα των Ελλήνων είναι αυτό που μας κρατά ή είναι αυτό που θα μας σπρώξει στην άβυσσο;

Το Κάρμα είναι ο περίφημος κοσμικός νόμος της ανταπόδοσης ή αν προτιμάτε το περίφημο «Αντιπεπονθός» στα αρχαία ελληνικά. Και όλα αυτά μπορούν να συμπυκνωθούν στις λαϊκές ρήσεις «ό,τι κάνεις… λάβεις» και «ό,τι σπείρεις, θα θερίσεις». Και αυτό γιατί οι αρχέτυπες αλήθειες που είναι εδραιωμένες στο συλλογικό ασυνείδητο βγαίνουν στην καθημερινότητα, ιδιαίτερα στα έθνη με βαθιές ιστορικές ρίζες πολιτισμού.  Οι παροιμίες και οι λαϊκές ρήσεις, αποστάγματα σοφίας που τείνουν στην αρχέτυπη έκφραση της κοσμοαντίληψης του ανθρώπου, μας προσγειώνουν στην πραγματικότητα δηλώνοντας ότι οι πράξεις μας είναι αυτές που καθορίζουν τη μέλλουσα ζωή μας.

Κάθε ενέργειά μας γεννά και τα ευθέως ανάλογα προς αυτήν αποτελέσματα. Το Κάρμα ή το Αντιπεπονθός (εκ του αντί+πάσχω) δεν είναι η τιμωρία μας ούτε πολύ περισσότερο στοιχείο της Ειμαρμένης. Η Ειμαρμένη, το πεπρωμένο δηλαδή, απαλλάσσει εύκολα τον άνθρωπο από την ελεύθερη βούλησή του και τις πράξεις του, μιας και ότι είναι γραφτό να γίνει θα γίνει. Ο αμέτοχος και χωρίς ελεύθερη βούληση άνθρωπος, έρμαιο της Θεϊκής βούλησης και μόνο, είναι έξω και πέρα από την αναζήτηση του ανθρώπου ή αποκλειστικότητα των δογματικών θρησκειών.

Το Κάρμα ή το Αντιπεπονθός, είτε προέρχονται από την ινδική κοσμοαντίληψη (Βραχμανισμός, Ινδουισμός) είτε από την αρχαιοελληνική μυθοπλασία (Ραδάμανθυς) είτε από την καταγραφή του Αριστοτέλη (Δ΄ βιβλίο των «Ηθικών Νικομαχείων» όπου γίνεται λόγος για το ‘’αντιπεπονθός’’) προϋποθέτουν συνειδητές επιλογές που προέρχονται από τον ανώτερο σε αντίληψη εαυτό μας και μπορούν να αντιπαραβάλουν το κακό με το καλό, σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο.

Το Κάρμα συντίθεται και αποτυπώνεται στο ισοζύγιο των πράξεών μας με αποτέλεσμα θετικό ή αρνητικό «κατά τα έργα ημών». Τι γίνεται όμως στην περίπτωση της συλλογικής πρακτικής ενός έθνους; Μπορεί το συσσωρευμένο ατομικό κάρμα και, σε αναλογία με το συλλογικό συνειδητό ή ασυνείδητο (βλ. παλαιότερο σχετικό άρθρο μου στο ΑΒΑΤΟΝ τεύχος 72 Ιούνιος 2007) να συνθέσει συλλογικό κάρμα και κατ’ επέκταση εθνικό; Ναι, θα έλεγα. Διότι είναι άμεση η συσχέτιση του παραγόμενου κάρμα των συλλογικών πράξεων ενός λαού/έθνους ή ακόμη και ατομικών πράξεων που έχουν αντίκτυπο θετικό ή αρνητικό σε ολόκληρο το έθνος. Έτσι οι συνεισφορές αυτές προστιθέμενες αποτελούν τις βασικές συνιστώσες του κάρμα ενός λαού, ενός έθνους ή μιας χώρας.

Το κάρμα της Ελλάδας, επομένως, είναι το αποτέλεσμα των ατομικών ή συλλογικών πράξεων όλων των Ελλήνων όλων των εποχών. Το ισοζύγιο του Κάρμα της Ελλάδας είναι φορτισμένο με τα αρνητικά ή θετικά φορτία που έχει παράξει η Ελλάδα.

Θα επιχειρήσω να καταγράψω τις συνιστώσες του Κάρμα της Ελλάδας έχοντας κατά νου τις κοινά αποδεκτές αντιλήψεις περί του καλού και του κακού. Δηλαδή τις κοινές αντιλήψεις του περί Δικαίου αισθήματος, της κοινωνικής συνοχής και ευημερίας και της συνεισφοράς στο πνεύμα και τη γνώση. Και πάνω απ’ όλα στις έννοιες της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας.

ΤΑ ΣΥΝ ΣΤΟ ΙΣΟΖΥΓΙΟ

Ας αρχίσω από τον Παρθενώνα, για χάρη των φίλων… γερμανών. Μπορεί κανείς να φανταστεί τι είδους  συσσωρευμένη γνώση, σοφία, κάλλος και δύναμη μαζί με μία άνευ προηγουμένου τεχνογνωσία διέθεταν οι δημιουργοί του; Η μεγαλοπρέπεια του Παρθενώνα συνδυασμένη με την αφιέρωσή του στη Σοφία (Αθηνά) του Θεού προσδίδουν τέτοια ποσότητα θετικής καρμικής ενέργειας που δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε. Το να φτάσει ένα έθνος να κατασκευάζει Παρθενώνες και να τους αφιερώνει στην Ύψιστη έκφραση του Θείου μόνο με άπειρη θετική ενέργεια μπορεί να το πραγματοποιήσει. Ακόμα και αν έχουν χρησιμοποιήσει δούλους για την ανέγερσή του. Αν αναλογιστεί κανείς όλες τις παραμέτρους, που συγκλίνουσες δημιούργησαν τον Παρθενώνα, θα μείνει έκθαμβος μπροστά στην θετική καρμική ενέργεια που συσσωρεύτηκε για να κτιστεί και περισσότερο στην θετική ενέργεια που εκπέμπει σαν πρωτογενές σύμβολο σε όλη την ανθρωπότητα. Μπορεί οι μισαλλόδοξοι να τον βλέπουν σαν ερείπιο τώρα επειδή δεν είναι ικανοί να δουν τίποτα περισσότερο πέρα από τις παρωπίδες που τους έχει επιβάλλει ο άκρατος μονεταρισμός και η παντελής έλλειψη γνώσης. Η αρνητική ενέργεια όμως που εκπέμπεται μετουσιώνεται, πολλαπλασιαζόμενη μάλιστα, σε θετική για όσους τιμούν και κατέχουν τον Παρθενώνα. Είτε από αυτούς που τον κατέστρεψαν είτε από αυτούς που αδυνατούν να τον δουν σαν σύμβολο. Και τα σύμβολα αυτά, μεταδίδοντας το φως, μόνο θετική καρμική ενέργεια συγκεντρώνουν.

Ίσως θα έπρεπε να αρχίσω από την μυστηριακή/εσωτερική ενέργεια που συσσώρευσαν οι  Έλληνες για την Ελλάδα, αλλά δεν μπορείς να μην εκφράσεις την αισθηματική σου φόρτιση για τον Παρθενώνα στους μισαλλόδοξους.

Ας γυρίσουμε όμως στην μυστηριακή και εσωτερική συνεισφορά της Ελλάδας που αδιαμφισβήτητα έχει θετικό καρμικό πρόσημο. Η ανήσυχη και πνευματική φύση του Έλληνα συνδυασμένη με την αναζήτηση των καναλιών εκείνων που θα τον μετουσίωναν σε ημίθεο και την βαθειά, αρχέτυπη θα έλεγα, πίστη του να κατανοήσει το μυστήριο της ζωής και του θανάτου, τον οδήγησαν βαθειά στον εαυτό του με οχήματα τα μυστήρια και τον εσωτερισμό. Το «Γνώθι σ΄αυτόν» δεν ήταν απλά γραμμένο στους Δελφούς αλλά αποτελούσε το κλειδί της αναζήτησης του Θείου. Τα Ορφικά Μυστήρια, τα Καβείρια, τα Διονυσιακά και με κορωνίδα τα Μικρά και τα Μεγάλα Ελευσίνια αποτελούν τη σπονδυλική στήλη της εσωτερικότητας και πνευματικότητας που κληροδότησαν οι Έλληνες στην ανθρωπότητα. Αποτέλεσαν τα κανάλια που άνοιγαν την επικοινωνία με το Θείο και τον εσώτερο εαυτό τους. Μα πάνω απ’ όλα έκαναν τον άνθρωπο καλύτερο. Καλύτερο για τον εαυτό τους, για την οικογένειά τους για το έθνος τους. Αν αυτό δεν είναι θετική καρμική ενέργεια, τότε τι είναι; Και μια απάντηση σε εκείνους που κατακρίνουν την μυστηριακή τους δομή. Ναι δεν γνωρίζουμε πολλά για όλα αυτά τα μυστήρια, τις τελετουργίες τους, τα τυπικά τους ή τις πρακτικές τους, αλλά αυτό συμβαίνει επειδή οι μυημένοι έμεναν πιστοί στους όρκους και τις υποσχέσεις τους και έτσι κατακτούσαν την εσωτερική τους γαλήνη. Και τα έθνη με εσωτερική γαλήνη παράγουν θετική καρμική ενέργεια.

Η φιλοσοφία είτε εκπεφρασμένη σαν κοσμοθεωρία και στάση ζωής είτε σαν παιδεία θανάτου, έφτασε στο απόγειό της θεραπευόμενη από τους Έλληνες. Η παραγωγή πρωτογενούς γνώσης, βάσει των υψηλών εννοιών που προσδιόριζε η φιλοσοφία, αποτελεί ακόμα, και θεωρώ για πάντα, αξεπέραστο όριο. Η επιστημονική γνώση, ναι, προχωρά ακάθεκτη. Αλλά η πρωτογενής φιλοσοφική  γνώση, βασισμένη στην παρατήρηση του εαυτού και της φύσης καθώς και στην ενόραση, παραμένει αμετάβλητη επειδή είχε μοναδικό στόχευμα τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος σαν το κορυφαίο έλλογο όν είχε και έχει τη δυνατότητα να γίνει αγαθός και καλός. Το όφελος δε από αυτή την μεταλλαγή αποτελεί κοινό όφελος, εκτός από ατομικό. Έτσι η φιλοσοφία συνέβαλε και συμβάλει και στο περί Δικαίου αίσθημα και στην κοινωνική συνοχή και ευημερία. Η φιλοσοφία του σκοτεινού Ηράκλειτου, του Πλάτωνα, του Σωκράτη και του Αριστοτέλη υπάρχουν και κυριαρχούν προς όφελος όλης της ανθρωπότητας. Και το έθνος που έχει γεννήσει αυτούς που οι ιδέες τους ακόμη αποβλέπουν στον εξανθρωπισμό του ανθρώπου, μόνο θετικό κάρμα συσσωρεύει. Και για να γίνει περισσότερο αντιληπτή η θέση μου μπορώ να αναφέρω τα παρακάτω παραδείγματα. Ο χρόνος που είναι ένα παιδί που παίζει ζάρια, όπως είπε ο Ηράκλειτος, ακόμη δεν έχει προσδιοριστεί ούτε από το βέλος του χρόνου του Χόουκιν, αλλά κρατά τον άνθρωπο σε θετική εγρήγορση και δημιουργική αναζήτηση. Η πολιτεία του Πλάτωνα, που προϋποθέτει φαντασία και φιλοσοφία στην εξουσία, εξακολουθεί να αποτελεί την ιδανική πολιτεία για τον άνθρωπο που όμως είναι τόσο μακρινή και απρόσιτη από την σημερινή παγκοσμιοποίηση, η οποία δεν έχει επίκεντρο τον άνθρωπο αλλά το κέρδος (αχ αυτός ο κερδώος Ερμής τι μας έχει κάνει). Το μάθημα της προσήλωσης και της πίστης στα ιδανικά και τις αποφάσεις της πολιτείας, έστω και αν αυτές είναι άδικες για εμάς, που μας παραδίδει καθημερινά ο Σωκράτης αποτελεί το ύψιστο μάθημα εσωτερικής γαλήνης και ανθρωπισμού. Η φιλοσοφική κοσμοθεωρία του Αριστοτέλη θα καθοδηγούν πάντα την ανθρωπότητα, φέρνοντας φώς στο σκοτάδι της άγνοιας. Και αυτά είναι μόνο μερικά δείγματα θετικής καρμικής ενέργειας στο ισοζύγιο της Ελλάδας.

Η ελληνική τέχνη δεν θα μπορούσε να λείψει από τον κατάλογο του θετικού καρμικού ισοζυγίου. Η έκφραση της παγκόσμιας αρμονίας και του κάλους απέκτησαν υπόσταση μέσα από την ελληνική τέχνη. Τα περίλαμπρα  ιερά στα οποία ενσωματώθηκαν οι αρχιτεκτονικοί ρυθμοί (Δωρικός, Ιωνικός και Κορινθιακός) και τα απαράμιλλου κάλους αγάλματα που τα κοσμούσαν, αποτέλεσαν την αποτύπωση της Θεϊκής αρμονίας. Οι καλλιτέχνες που κόσμησαν τον Παρθενώνα, ο Πραξιτέλης και τόσοι άλλοι επώνυμοι και ανώνυμοι καλλιτέχνες έδωσαν στην ανθρωπότητα την αίσθηση του Θείου κάλους. Αλλά και ο λόγος, είτε μέσα από την ποίηση του Όμηρου, του Πίνδαρου και της Σαπφούς είτε μέσα από τις τραγωδίες του Σοφοκλή, του Αισχύλου και του Ευριπίδη ή την καυστική σάτιρα -επίκαιρη μέχρι τις ημέρες μας- του Αριστοφάνη, έχει το δικό του σημαντικό μερίδιο στην καρμική θετική ενέργεια. Θα το σημειώσω πάλι. Ό, τι προάγει τον άνθρωπο δεν είναι δυνατόν να μη προσθέτει τεράστιες ποσότητες θετικής καρμικής ενέργειας. Και η ελληνική τέχνη εξακολουθεί να προάγει την ανθρωπότητα ολόκληρη.

Η επιστήμη δεν θα μπορούσε να μην παράγει θετικό κάρμα αφού τα αποτελέσματα των ανακαλύψεών της έχουν, σε τελική ανάλυση και ορθή χρήση, επίπτωση στην ευημερία του ανθρώπου. Ο όρκος του Ιπποκράτη εξακολουθεί να δίδεται από όλους τους γιατρούς (αλήθεια τον τηρούν όλοι;). Η ιατρική εξακολουθεί να βασίζεται πολύ στις επιστημονικές παρατηρήσεις του. Ο Δημόκριτος έφτασε στο άτομο και στη δομή/ λειτουργία του μόνο με την σκέψη και χωρίς τα δισεκατομμύρια του  CERN. Ο θείος Πυθαγόρας άλλαξε τη δομική σκέψη του ανθρώπου με τη διδαχή του και την ανακάλυψή των μέτρων της μουσικής και το θεμελιώδους επιστημονικής σημασίας «Πυθαγόρειο Θεώρημα». Τα αξιώματα της γεωμετρίας του Ευκλείδη έχουν αρχετυπική σημειολογία. Ακόμα και ο υπολογιστής των Αντικυθήρων πήγε 2.000 χρόνια πίσω την απαρχή του σημερινού υπολογιστή καθόσον η μηχανή του Τούριγκ (1936μ.χ), που θεωρείται το πρωτόλειο των υπολογιστών, μοιάζει παιδικό παιχνίδι  μπροστά του.

Και οι πόλεμοι παράγουν κάρμα. Και η Ελλάδα είχε πολλούς πολέμους. Ας δούμε πρώτα αυτούς που παρήγαγαν θετικό κάρμα. Το περί δικαίου αίσθημα έχει καθορίσει ότι αυτός που βρίσκεται σε άμυνα και σκοτώνει δεν τιμωρείται. Βάσει αυτού οι αμυντικοί πόλεμοι εξ ορισμού παράγουν θετικό κάρμα. Οι Ελληνοπερσικοί πόλεμοι με σημεία αναφοράς τις Θερμοπύλες, τον Μαραθώνα και τη Σαλαμίνα, που είχαν σαν αποτέλεσμα την οριστική απόκρουση της κατάληψης της Ευρώπης από τους βαρβάρους (;), συσσώρευσαν τόσο θετικό συλλογικό κάρμα απείρως πολλαπλάσιο από όλο το ατομικό κάρμα των σφαγιασμένων, αλλά τελικών νικητών, Ελλήνων. Και αυτό επειδή ο πόλεμος αυτός είχε θετικά αποτελέσματα για όλη την ήπειρο και τους κατοίκους της. Η πορεία του Μ. Αλεξάνδρου θα μπορούσε να είχε συσσωρεύσει αρνητικό κάρμα, υπολογιζόμενη στους  κατακτητικούς πολέμους. Αλλά εδώ έχουμε το παράδοξο του εκπολιτισμού και της μετάδοσης της γνώσης σε βάρβαρους λαούς, οι οποίοι στις περισσότερες των περιπτώσεων είδαν με χαρά την κατάκτησή τους από τον Μέγα στρατηλάτη. Όπως όμως και να έχουν τα πράγματα, η ίδρυση της αυτοκρατορίας άλλαξε τον κόσμο προς το καλύτερο. Έδειξε δε ότι η δύναμη συνοδευόμενη από την σοφία και τον σεβασμό του αντιπάλου προσδίδουν πολιτισμό και αλλάζουν την όψη του κόσμου. Κανέναν άλλο κατακτητή δεν θυμούνται οι κατακτημένοι με τόσο σεβασμό όσο τον Μέγα Αλέξανδρο, τον Μεγάλο Ισκεντέρ της ανατολής. Κανένας άλλος, δε, κατακτητικός πόλεμος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεισφέρει θετικό κάρμα όσο η εκστρατεία αυτή.

Η ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (Βυζάντιο) αποτελεί πεδίο έρευνας για το πόσο ελληνική ήταν. Σαφώς όμως αποτέλεσε τον άρρηκτο δεσμό της διαχρονικής συνέχειας της Ελλάδας. Ο ελληνικός πολιτισμός, η γλώσσα αλλά και η τεράστια προσπάθεια διατήρησης του ελληνικού κλέους αποτέλεσαν για το Βυζάντιο τους ακρογωνιαίους λίθους   πάνω στους οποίους θεμελιώθηκε. Προς το τέλος της αυτοκρατορίας, ιδίως μετά την ιστορικής σημασίας ήττα της στο Μαντζικέρτ της Αρμενίας το 1071 από τους Σελτζούκους Τούρκους και την επακολουθήσασα συρρίκνωσή της, η αυτοκρατορία -όση είχε απομείνει- έγινε καθαρά ελληνική. Με απασχόλησε το παραχθέν κάρμα από αυτήν αλλά εκτός από την ηρωική όσο και καθοριστική για την Ελλάδα πτώση της Κωνσταντινούπολης, δεν μπορώ να έχω κανένα συμπέρασμα.

Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός της διατήρησης της εθνικής ταυτότητας των ελλήνων κατά τη διάρκεια των τεσσάρων σχεδόν αιώνων της Οθωμανικής κατοχής. Δεν υπάρχει άλλο ανάλογο ιστορικό παράδειγμα έθνους που να μπορέσει να διατηρήσει τους δεσμούς του. Και να φανταστεί κανείς ότι για πολύ περισσότερους αιώνες η ελληνική εθνική ταυτότητα ήταν μισοκρυμένη είτε κάτω από την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία είτε κάτω από το Βυζάντιο. Αλλά είναι αυτή η μισοκρυμένη ταυτότητα που επηρέασε καθοριστικά και τις δύο αυτοκρατορίες.

Κάθε ιδέα απελευθέρωσης από μακραίωνα και οδυνηρή κατάκτηση απαιτεί τεράστιο ψυχικό σθένος και πρωτεργάτες που να εκπέμπουν τόση θετική ενέργεια η οποία να παρασύρει το έθνος στην ελευθερία ή τον θάνατο. Και ο απελευθερωτικός αγώνας του 1821 είχε τόσο σθένος και τόση ενέργεια όση όλων των ελλήνων μαζί. Η εκδήλωσή της, όμως, θα ήταν αδύνατη χωρίς τον Ρήγα και τη Φιλική Εταιρία. Συσσώρευση θετικού κάρμα; άπειρη. Στα Ψαρά ακόμη τρέχει το αίμα των Ελλήνων που σφαγιάστηκαν. Το Μεσολόγγι ακόμα βοά από το «Ελευθερία ή Θάνατος». Ο Διάκος, οι Σουλιώτισσες και το Κούγκι μας δείχνουν το δρόμο της θυσίας. Αλλά, φευ, και συσσώρευση σημαντικού αρνητικού κάρμα. Θεωρώ όμως ότι, εφόσον δεχθούμε τη λειτουργία του νόμου του Κάρμα ή του  «Αντιπεπονθότος», το ελληνικό έθνος απελευθερώθηκε γιατί το συσσωρευμένο θετικό κάρμα του ήταν απείρως μεγαλύτερο του αρνητικού.

Οι πόλεμοι για την ολοκλήρωση της απελευθέρωσης της Ελλάδας (Ελληνοτουρκικοί, Βαλκανικοί και Α΄ Παγκόσμιος) προσέθεσαν και αυτοί θετικό κάρμα στο ισοζύγιο, επειδή η Ελλάδα είχε ταχθεί με το κοινώς παραδεκτό περί δικαίου αίσθημα και δεν ζητούσε τίποτε περισσότερο από την απελευθέρωση των παιδιών της. Η διεθνής πολιτική διαπλοκή δεν έχει αφήσει τους ιστορικούς να καταγράψουν αντικειμενικά τη Μικρασιατική εκστρατεία της Ελλάδας και την επακολουθήσασα Μικρασιατική καταστροφή. Τίποτα όμως δεν είναι πιο σίγουρο από τη Μικρασιατική καταστροφή, και ας έχουν κάποιοι βάλει το δάκτυλό τους να την αλλοιώσουν (βλ. επίμαχο βιβλίο ιστορίας όπου οι έλληνες συνωστίστηκαν στην Σμύρνη –σημ. γράφοντος οποίο όνειδος!!!) και τα εξ αυτής δεινά που υπέστη η Ελλάδα. Εδώ το κάρμα ήταν εξοφλητέο επί τη εμφανίσει και μάλιστα με τέτοια πανωτόκια που θυμίζουν τα σημερινά επιτόκια του δανεισμού της Ελλάδας.

Το θετικό κάρμα, όμως, που η Ελλάδα συσσώρευσε -και χωρίς ποτέ, επαναλαμβάνω ποτέ- να το εξαργυρώσει ήταν αυτό του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η πρόσφατη ιστορία έχει κάνει τις καταγραφές της χωρίς να προβληματιστεί ιδιαίτερα που κατέταξε τους δεινοπαθήσαντες ήρωες (θυμάστε το περίφημο «οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες» του Τσόρτσιλ;) στο ίδιο καλάθι με τους, στην αρχή συμμάχους των Γερμανών και στη συνέχεια αμέτοχους, Τούρκους.  Και αν ορισμένοι ευρωπαίοι μας επισείουν στη μούρη την ένταξή μας στην τότε ΕΟΚ σαν δέκατο μέλος της ως ελεημοσύνη, που σε καμία περίπτωση οικονομικών προϋποθέσεων δεν ήταν δυνατή πρέπει να τους απαντάμε ότι ο Κ. Καραμανλής πέταξε στη μούρη των Γερμανών, γιατί αυτοί μόνο αντιδρούσαν, το επιχείρημα της αλλαγής του ονόματος της Ευρώπης επειδή δεν νοείται, για καθαρά πολιτικούς λόγους, η Ευρώπη να έχει ελληνικό όνομα και η Ελλάδα να είναι απέξω. Κάρμα θέλετε να το πούμε; Κάρμα τότε. Αλλά η θετική καρμική ενέργεια δεν μηδενίζεται έτσι.

Θα μπορούσα να γράφω ατέλειωτα για το θετικό κάρμα. Αλλά ας πάμε σε αυτά που πονούν, τουλάχιστον εμένα. Στο συλλογικά συσσωρευμένο αρνητικό κάρμα της Ελλάδος.

ΤΑ ΠΛΗΝ ΣΤΟ ΙΣΟΖΥΓΙΟ

Μιας και δεν έχουμε σαν λαός παράξει αρνητική ενέργεια κάνοντας, εμφανώς, σημαντικό κακό σε κανένα -με κριτήριο πάντα το κοινώς αποδεκτό περί δικαίου αίσθημα- γιατί θα πρέπει να έχουμε συσσωρεύσει αρνητική καρμική ενέργεια;. Ποιες είναι οι αμαρτίες του ελληνικού έθνους; Σε ποιόν έχουμε κάνει κακό; Σε εμάς τους ίδιους!!!.

Οι συνιστώσες του αρνητικού Κάρμα της Ελλάδας μπορούν να συνοψιστούν σε μία. Με πολλά –μα πάρα πολλά- συνιστώντα στοιχεία, την Διχόνοια (μην απορείτε που τη γράφω με κεφαλαίο Δ). Τελικά πρέπει να είμαστε το πιο παράδοξο έθνος στην οικουμένη. Ας αρχίσουμε να πονάμε όλοι μαζί καταγράφοντας τα κυριότερα σημεία της Διχόνοιας μας.

Πελοποννησιακός Πόλεμος. Μεταξύ ποίων; Αθηναίων και Σπαρτιατών, και ας διατυμπάνιζαν οι ίδιοι την περήφανη Ελληνικότητά τους. Ανδρών επιφανών πάσα Γή τάφος. Μα όλοι θάφτηκαν στην ίδια Ελληνική Γή. Για πολιτικούς λόγους, παρακαλώ. Για το αν θα επικρατήσει η Ολιγαρχία ή η Δημοκρατία. Μέχρι που εμείς σήμερα το κάναμε Δημοκρατία της Ολιγαρχίας. Ας είναι. Πόση αρνητική ενέργεια μετατράπηκε σε αρνητικό κάρμα!!!. Καταδικάσαμε τον Σωκράτη γιατί δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τα «καινά δαιμόνια» που μας έφερνε και να πάρουμε το φώς τους. Και αυτός, τόσο σοφά αναιδής, ήπιε το κόνιο αντί να φύγει. Έτσι για να μας κατατρέχουν μέχρι σήμερα οι ερινύες και να βάλει στους ώμους μας τόσο αρνητικό κάρμα. Στείλαμε εξορία τον Αριστείδη τον δίκαιο και τον Θεμιστοκλή που μας οχύρωσε στα ξύλινα τείχη και πετσοκόψαμε τους Πέρσες. Πετάγαμε στον Καιάδα τα παιδιά που εμείς οι ίδιοι γεννήσαμε σακάτικα. Μπορεί να είναι λίγα τα παραδείγματα αυτά αλλά αν αναλογιστεί κανείς το ηθικό τους βάρος τότε κατανοεί και το αρνητικό κάρμα που συσσώρευσαν.

Και η Διχόνοια καλά κρατεί. Εμφανίζεται στην πριν την άλωση  εποχή με τα σχίσματα των ενωτικών και ανθενωτικών. Οι ενωτικοί δίνουν γη και ύδωρ στον πάπα για να τους βοηθήσει στην απόκρουση των Οθωμανών. Οι ανθενωτικοί λένε ότι καλύτερα θα είναι με το φέσι του τούρκου παρά με την τιάρα του πάπα. Σημασία δεν έχει τόσο η αιτία του μίσους, όσο αυτό το ίδιο το μίσος που επικράτησε και το αρνητικό κάρμα που παράχθηκε. Το αρνητικό κάρμα δε που συσσωρεύτηκε κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821 είναι τόσο, όσο το μέγεθος του απύθμενου θράσους που χρειάστηκε για να φυλακιστεί ο Κολοκοτρώνης και να δολοφονηθεί ο Καποδίστριας. Η Διχόνοια  θριάμβευσε ακόμα μία φορά, και δεν ήταν η τελευταία.

Ο Βενιζελισμός και αντιβενιζελισμός που τροφοδότησαν με τόσο μίσος τους Έλληνες ήταν αποτέλεσμα της, πάντα χαμογελαστής, Διχόνοιας. Η ομονοούσα Ελλάς σε πολύ λίγες περιπτώσεις εμφανίζεται. Η πολιτική στην Ελλάδα πάντα Διχόνοια προσπόριζε γιατί η βάση της ήταν, και εν πολλοίς, είναι πελατειακή. Ο στραγγαλισμός της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που συνεπάγεται κάθε αντισυνταγματικό ολίσθημα σε δικτατορίες (4ης Αυγούστου, 21ης Απριλίου κ.λ.π) δημιουργούν εμάς και τους άλλους που, οι άλλοι, οι συνέλληνες, παράγουν αρνητικό κάρμα.

Η μεγαλύτερη συσσώρευση, όμως, αρνητικού κάρμα έγινε από τον εμφύλιο πόλεμο του 1944-1949. Ένας νεκρός -τουλάχιστον- σε κάθε ελληνική οικογένεια, είτε από τη μια μεριά είτε από την άλλη, μόνο μίσος δημιουργεί. Μεγάλο μίσος και τεράστιο αρνητικό κάρμα. Και το μίσος αυτό είναι μίσος μακράς διάρκειας που φτάνει, παρά τις προσπάθειες και τα σημαντικά βήματα που έχουν γίνει, μέχρι τις μέρες μας.

Η ζηλοφθονία, αυτό το τερατούργημα της ζήλιας και του φθόνου μαζί, σαν συναίσθημα παράγει μεγάλη αρνητική ενέργεια. Θεμελιακοί παράγοντες στον σχηματισμό του Κάρμα είναι και τα συναισθήματα αυτών που συμμετέχουν στην πράξη δημιουργίας του. Έτσι η ζηλοφθονία , που περισσεύει στον Έλληνα, είναι άλλος ένας σημαντικός παράγοντας παραγωγής αρνητικού Κάρμα.

ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΧΡΗΣΕΩΣ

Θα βόλευε πολύ τον Έλληνα να αποδεχόταν την Ειμαρμένη σαν τον μοναδικό νόμο που διέπει την ύπαρξή του. Έτσι δεν θα ήταν υπεύθυνος για τίποτα και θα ακολουθούσε, άβουλος και μοιραίος, την προδιαγεγραμμένη πορεία του. Αλλά δεν είναι μόνο ο γιαλός στραβός. Εμείς στραβά αρμενίζουμε. Γιατί είμαστε και ευκολόπιστοι στους ταγούς που εμείς εκλέγουμε.

Και μιας και το σημερινό κομβικό πρόβλημα της Ελλάδας είναι η οικονομία της, θα πρέπει να αναλογιστούμε τα εξής: Από τη στιγμή που ενταχθήκαμε στην τότε ΕΟΚ (και σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση) αντί να προσαρμόσουμε την οικονομία μας στις θεμελιώδεις αρχές και δομές που ακολουθούσαν τα υπόλοιπα μέλη, με σκοπό την παράλληλη σύμπλευση των οικονομιών και όχι την εξάρτησή μας, επιδοθήκαμε σε μία άνευ προηγουμένου ζητιανιά για τα ολοκληρωμένα μεσογειακά προγράμματα. Μας έδωσαν λεφτά, πολλά λεφτά, και αντί να σχεδιάσουμε και υλοποιήσουμε διαρθρωτικές αλλαγές, εμείς τα κάναμε βίλλες, αυτοκίνητα και αντιπαραγωγικές επιδοτήσεις. Με τον ίδιο τρόπο φάγαμε (ο πληθυντικός είναι πληθυντικός ευγενείας!!!) και άλλα δύο πακέτα Ντελόρ. Και όταν οι Έλληνες τσέπωσαν αρκετά δανεικά χρήματα, μας προέκυψε η τέλεια σχεδιασμένη φούσκα του χρηματιστηρίου. Οι μυημένοι στις πολύπλοκες διαδικασίες του, αφού είχαν οδηγήσει τους αμύητους να υπερδανειστούν για να …παίξουν…, μάζεψαν το χρήμα, το οποίο πλήρωσε, πληρώνει και θα πληρώνει για δεκαετίες ακόμα ο μη προνομιούχος έλληνας. Ο εξωτερικός δανεισμός που προέκυψε από όλη την οικονομική ανωμαλία, αλλά και καλά οργανωμένο σχέδιο, η κακοδιαχείριση αλλά και το «φάγατε, φάγατε, φάγατε….» μας οδήγησαν στην χλεύη των ικανότατων και άνευ ηθικής δανειστών μας, οι οποίοι ζητούν την κεφαλή μας επί πίνακι.

Γράφω στην εισαγωγή του άρθρου:  Είναι σαν να στέκεσαι στην άκρη της αβύσσου και να αναρωτιέσαι γιατί δεν έχεις πέσει ακόμα. Τι είναι αυτό που σε λίγο θα σε σπρώξει στην ανυπαρξία ή τι είναι αυτό που σε κρατά γερά και κάποια στιγμή θα σε απαλλάξει από τον τρόμο; Τι κάρμα κουβαλάς εν τέλει; Τι κάρμα κουβαλά η Ελλάδα;

Δεν έχουμε πέσει στην άβυσσο!!!. Μπορεί να έχουμε πέσει στα γόνατα, αλλά στην άβυσσο όχι. Αν ψάχνουμε το τι είναι αυτό που μας κρατάει, τότε μπορεί να είναι το θετικό μας κάρμα, το Κάρμα της Ελλάδας. Και το θετικό Κάρμα οδηγεί τους έλληνες χέρι-χέρι στις δύσκολες στιγμές. Μόνο όταν νοιώσουμε τον αναπόφευκτα  επερχόμενο κίνδυνο βάζουμε στην άκρη τη Διχόνοια (έστω για λίγο) και με ομόνοια μεγαλουργούμε. Τι παράδοξο, αλλά ωραίο, έθνος είμαστε!!!.

Τη δόξα πολλοί εμίσησαν το χρήμα ουδείς. Αυτό όμως που έχει μισηθεί περισσότερο από οτιδήποτε στην ιστορία της ανθρωπότητας είναι η δόξα του άλλου. Σίγουρα έχετε ακούσει τη θεωρία του «αφελληνισμού», ότι, δηλαδή, υπάρχει μία τάση που στρέφεται εναντίον της Ελλάδας και των συνεκτικών εθνικών της στοιχείων. Εάν, πράγματι, υπάρχει τέτοια τάση σίγουρα περνά μέσα από τον οικονομικό μαρασμό μας.

Η απάντηση σε αυτή την υποθετική (;) σκέψη είναι να γίνουμε ένα έθνος που ενστερνίζεται όλα τα στοιχεία εκείνα που συνθέτουν το θετικό του Κάρμα και με το «Αντιπεπονθός» σαν δαμόκλειο σπάθη πάνω από κάθε πράξη του να απεμπολήσουμε κάθε παρεκτροπή της εξουσίας, κάθε υπερβολή και κάθε ωχαδερφισμό. Τότε θα μπορούμε να φωνάξουμε όλοι μαζί «κουφάλα νεκροθάφτη δεν θα πεθάνουμε ποτέ».

ΣΠΥΡΟΣ Ν. ΖΩΪΔΗΣ

Advertisements
Αναρτήθηκε από: spzoidis | 14/11/2016

Η ΚΟΥΚΟΥΛΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΤΑΙ

Η κουκούλα και οι «κουκουλοφόροι» έχουν απασχολήσει πρόσφατα, σε μεγάλο βαθμό, την κοινωνία μας. Όχι τόσο σαν αυτό καθεαυτό αντικείμενο αλλά η δράση, τις περισσότερες φορές έκνομη, αυτών που την χρησιμοποιούν. Τον τελευταίο καιρό μέσα στην αναταραχή των διαδηλώσεων και των -κατά πάγιο τρόπο- καταστροφών που ακολουθούν, η κοινή γνώμη έχει συνδέσει την κουκούλα με το φαινόμενο της αναρχίας και συνειρμικά την εξισώνει με την βία, την καταστροφή και την τρομοκρατία.

Βέβαια η κουκούλα δεν ευθύνεται σε καμία περίπτωση για τις πράξεις αυτών που καλύπτονται κάτω από αυτήν, ούτε τώρα ούτε στο παρελθόν. Θα ήταν χρήσιμο, καταρχάς, να θυμηθούμε ότι η ιστορία -και όχι μόνον η πρόσφατη- έχει καταγράψει την χρήση της κουκούλας από πάσης φύσεως και απόχρωσης ομάδες όπως ακροδεξιές, ακροαριστερές, αναρχικές, ρατσιστικές μέχρι και τρομοκρατικές οργανώσεις.  Όποια ξεχωριστή σημασία και να αποδίδουν στην κουκούλα κάθε μία από τις παραπάνω οργανώσεις ένα είναι το βέβαιο, ότι το κάλυμμα αυτό διαπνέει τον φόβο στους κατά περίπτωση αντιπάλους των «κουκουλοφόρων».

Σκοπός του άρθρου αυτού δεν είναι η οποιαδήποτε καταγραφή των, ούτως ή άλλως, έκνομων συμπεριφορών των σημερινών κουκουλοφόρων, η αναζήτηση αιτίων και αιτιατών και η όποια απορρέουσα κοινωνική και πολιτική διάστασή τους, αλλά η αναζήτηση της συμβολικής σημασίας της κουκούλας, η καταγραφή και ερμηνεία της χρήσης της και γενικά το σημαίνον. Και αναφέρω το σημαίνον επειδή το σημαινόμενο (αυτό δηλαδή που απορρέει από την χρήση της), στην περίπτωση της κουκούλας, δεν έχει πλέον την σημειολογική/συμβολική συνάφεια που γνωρίζαμε.

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΚΟΥΚΟΥΛΑΣ

Η  κουκούλα  (προέρχεται από τη λατινική λέξη  cuculla η οποία όμως είναι καθαρή απόδοση στα λατινικά της ελληνικής λέξης κουκούλιον) ή μάσκα ή προσωπείο ή κάλυμμα κεφαλής ή πέπλο ή μαντίλα κ.λπ. είναι δε οτιδήποτε -και από οποιοδήποτε υλικό- που μπορεί να καλύψει την κεφαλή του ανθρώπου, είτε ολοσχερώς είτε μέρος αυτής.

Η κεφαλή του ανθρώπου σε όρθια στάση είναι το κοντινότερο σημείο του σώματός του προς τον ουρανό. Ο ουρανός ήταν πάντα αυτός που έφερνε την βροχή και το χιόνι, αυτός που κρατούσε τον ήλιο και τη σελήνη και ταυτόχρονα η κατοικία των θεών/Θεού. Έτσι, στην αρχή, ο άνθρωπος ένοιωσε την ανάγκη της προστασίας είτε από τα καιρικά φαινόμενα είτε από την ίδια υπερφυσική δύναμη, όπως και αν την ονόμαζε. Σε κάθε σχετική περίπτωση προσπαθούσε να καλύψει το κεφάλι του με ότι έβρισκε, ακόμα και με τα χέρια του. Όταν ανακάλυψε το ύφασμα θεώρησε το υλικό αυτό περισσότερο κατάλληλο για την κατασκευή της κουκούλας και στη συνέχεια της έδωσε μορφές και σχήματα ανάλογα της χρήση της. Ταυτόχρονα με την προστασία αυτή ανακάλυψε ότι με οποιοδήποτε κάλυμμα μπορούσε να κρύψει την έκφραση των  συναισθημάτων του και γενικότερα την συμπεριφορά του. Η κουκούλα, ή όποιο άλλο όνομα έδινε και χρησιμοποιούσε για το κατά περίπτωση κάλυμμα της κεφαλής του, με την πάροδο του χρόνου και την πολιτιστική αλλά και θρησκευτική του εξέλιξη, απέκτησε και συμβολική σημασία. Η συμβολική σημασία της κουκούλας είναι εξίσου σημαντική με το βασικό ένστικτο της προστασίας όσο και της απόκρυψης των συναισθημάτων/πράξεων του ανθρώπου, ιδιαίτερα δε όταν η διαίσθησή του το επιβάλει αλλά και όταν η πραγμάτωση των σκέψεών του το απαιτεί.

Πέρα από αυτό ο άνθρωπος όταν έχει καλυμμένο το κεφάλι του αισθάνεται σιγουριά, αισθάνεται ότι προστατεύεται και ότι σε κάθε περίπτωση έχει αυτός την κυριαρχία. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με το σπίτι του -την εξέλιξη της πρωτόγονης σπηλιάς- που πάντα αποζητούσε ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι του.

Η ΚΟΥΚΟΥΛΑ ΣΤΗΝ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Το θρησκευτικό συναίσθημα του ανθρώπου δεν είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο πότε ακριβώς αναπτύχθηκε. Σήμερα φαντάζει, και κατά πολλές απόψεις είναι αυταπόδεικτο, ότι το συναίσθημα αυτό έχει αρχέτυπη καταβολή. Η σχέση του απλού ανθρώπου/πιστού με το Θείο είναι ένα δούναι και λαβείν, τουλάχιστον από την μεριά του ανθρώπου. Ο άνθρωπος προσφέρει στον Θεό (από ανθρωποθυσίες μέχρι και ένα απλό κερί) και προσδοκά τα συμβατικά ή υπερβατικά οφέλη του. Αλλά σε κάθε περίπτωση ο άνθρωπος νοιώθει έντονη την ανάγκη της υποταγής του στο Θείο. Την  υποταγή αυτή ο άνθρωπος την συμβόλισε και με το κάλυμμα/κουκούλα. Το γιατί είναι ανεξερεύνητο αλλά οι αποδείξεις του ότι σε κάθε μορφής επικοινωνίας του ανθρώπου με το Θείο κάλυπτε -αλλά και καλύπτει- την κεφαλή του  είναι τόσες που δεν χωρά καμία αμφισβήτηση. Άλλωστε και η σχετική κλίση  της κεφαλής του δεν είναι τίποτε άλλο από την μίμηση της κίνησης να φορέσει κάποιος μια κουκούλα.

Είναι αξιοσημείωτο ότι κάθε ιερουργός (είτε αυτός ήταν ο μάγος της φυλής, είτε οι ιερείς και ιέρειες των Θεών του Ολύμπου, είτε οι μάγοι της Περσίας, είτε οι ιερουργοί του Μίθρα, είτε οι ιερείς της Αιγύπτου, είτε οι ραβίνοι των Εβραίων, είτε οι Μωαμεθανοί αλλά είτε και οι ιερείς του Χριστιανισμού) δεν ιερουργούσαν ή  δεν ιερουργούν και σήμερα χωρίς κάποιας μορφής κάλυμμα ή κουκούλα. Είναι μακρύς ο κατάλογος των καλυμμάτων τέτοιου είδους και μέσα σ΄αυτόν βρίσκουμε καλύμματα που χρησιμοποιούσαν και χρησιμοποιούν σχεδόν όλοι οι λαοί της ιστορίας σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Αντιδιαστολή θα πρέπει να γίνει μόνο για την Μίτρα των αρχιερέων (Πατριάρχη, Επισκόπων, Πάπα και Καρδιναλίων) όπου η μίτρα αυτή είναι σύμβολο εξουσίας και προέρχεται από την πρώιμη βυζαντινή περίοδο όταν εκκλησία και κράτος συνέπιπταν στο ίδιο πρόσωπο.

Η αρχαιολογική σκαπάνη έχει φέρει στο φώς διάφορες επιγραφές και σφραγίδες στις οποίες αναγράφονται οδηγίες για ιερείς της αρχαίας Ελλάδας σχετικά με το κάλυμμα που έπρεπε να φορούν κατά την τέλεση των ιερουργιών τους. Το κάλυμμα έφερε την ονομασία πίλημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι επιγραφές που βρέθηκαν στα Μάλια και στο Μύρτο της Κρήτης όπως και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Σαν γενική παρατήρηση μπορούμε να αποσυμβολίσουμε την καλυμμένη κεφαλή  σαν υποταγή  στο Θείο και την ακάλυπτη σαν τάση για την ένωση με  το Θείο. Ταυτόχρονα όμως οφείλουμε να δεχθούμε ότι η Cuculla non facit monachum (η κουκούλα δεν κάνει τον μοναχό).

Η ΚΟΥΚΟΥΛΑ ΣΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ

Πέρα όμως από τα κάθε είδους ιερατεία η κουκούλα ή κάλυμμα της κεφαλής χρησιμοποιήθηκε στην έκφραση των εσώτερων και μυστηριακών αναγκών του ανθρώπου, και τα οποία έχουν απόλυτη σχέση με το Θείο, δηλαδή στα μυστήρια και τις μυητικές τελετές. Στα κάθε είδους και κάθε εποχής μυστήρια (από την απώτερη αρχαιότητα έως την σημερινή εποχή)  η κάλυψη της κεφαλής κατά τη διάρκεια των πάσης φύσεως τελετών μυήσεως, κατέστη όχι μόνο αναγκαία αλλά χρησιμοποιήθηκε με συγκεκριμένο και ισχυρό συμβολισμό.

Στα Ερμητικά Κείμενα (Σμαράγδινος Πίνακας), βρίσκουμε ένα εδάφιο με τίτλο Το Πέπλο ή Το Κάλυμμα υποδηλώνοντας ότι αυτό  συμβολίζει το πέπλο του κόσμου ή το κάλυμμα της Ίσιδας. Ο Aleister Crowley έγραψε ότι αυτή η καλυμμένη Ίσις «είναι ντυμένη μόνο με το φωτεινό πέπλο του φωτός. Είναι σημαντικό για τον υψηλά μυημένο να θεωρεί το Φως όχι ως την τέλεια εκδήλωση του Αιώνιου Πνεύματος, αλλά μάλλον ως το πέπλο που κρύβει αυτό το Πνεύμα».

Σε συγκριτική μελέτη των μυητικών τελετών μπορεί κανείς να σταχυολογήσει σημαντικά στοιχεία για την χρήση και τον συμβολισμό της κουκούλας/καλύμματος της κεφαλής. Στα Ορφικά μυστήρια οι μυούμενοι έχουν καλυμμένη την κεφαλή τους και προς το τέλος της διαδικασίας αποκαλύπτονται. Στα Αιγυπτιακά μυστήρια οι μυούμενοι αλλά και οι μύστες εμφανίζονται καλυμμένοι. Στα Ελευσίνια μυστήρια συμβαίνει ακριβώς το ίδιο με τη διαφορά ότι οι Ιερείς είναι ακάλυπτοι. Στα μυστήρια του Μίθρα ο θεός είναι ακάλυπτος αλλά οι συνοδοί/μυούμενοι έχουν καλυμμένη την κεφαλή τους. Στις σουφικές τελετές μύησης συμβαίνει σχεδόν το ίδιο όπως και στο τάγμα των Ντερβίσηδων. Τα μυητικά τάγματα που αναπτύχθηκαν τους τελευταίους 3-4 αιώνες και όσα υπάρχουν σήμερα έχουν σχεδόν όλα υιοθετήσει  το κάλυμμα της κεφαλής στις μυήσεις τους.

Εκεί όμως που βρίσκουμε τον σημαντικότερο συμβολισμό της κουκούλας, και συγκεκριμένα της ολοσχερούς κάλυψης της κεφαλής, είναι τα Διονυσιακά δρώμενα. Ο συμβολισμός αυτός, όπως θα διαπιστώσουμε, έχει περάσει μέσω των εθίμων αυτούσιος μέχρι τις ημέρες μας και παραμένει αναλλοίωτος και ισχυρός.

Η διονυσιακή λατρεία προσλαμβάνει την έννοια της μορφής του Άλλου, είναι δηλαδή η άλλη όψη του Ιερού που χαρακτηρίζεται ασταθής, έκρυθμη, συγκλονιστική και ασύλληπτη. Τα επικρατούντα σαν κυρίαρχα κοινωνικά πρότυπα και ιδανικά καταργούνται ή αντιστρέφονται κατά τη διάρκεια των δρώμενων. Στις διονυσιακές εορτές/τελετουργίες οι συμμετέχοντες φορούσαν μάσκες, προσωπεία ή κουκούλες μέσω των οποίων αποσκοπούσαν αφενός στην απόκρυψη του ίδιου τους του εαυτού και την ταύτισή τους με αυτό που παρίσταναν -ώστε να αποκτήσουν τις ιδιότητές του- και αφετέρου να αποκρύψουν τον αληθινό τους εαυτό από τη δυσμένεια ή ακόμα και την οργή του θεού. Το σημαντικότερο στοιχείο όμως που προκύπτει είναι η τέλεση παρορμητικών πράξεων και εξωτερικεύσεων του πραγματικού εαυτού τους, που δεν θα τολμούσαν να κάνουν χωρίς να αποκρύπτουν τον φαινομενικά, εντός του κοινωνικού πλαισίου, εαυτό τους. Έτσι τα κοινωνικά στερεότυπα και ο εξ΄ αυτών  καθωσπρεπισμός δεχόταν ένα καίριο πλήγμα και συγχρόνως απόρριψη εξ αιτίας της απελευθέρωσης  που ένοιωθαν κάτω από την κουκούλα.

Χωρίς να επιχειρείται καμία ευθεία αναχρονιστική σύνδεση των όποιων διονυσιακών δρώμενων με τα σημερινά δρώμενα των αποκριάτικων εορτών, εντούτοις -παρά τις όποιες αλλοιώσεις και μεταστοιχειώσεις που κατά καιρούς και κατά περιοχές έχουν υποστεί αυτές- διαπιστώνεται ότι η ομοιότητά τους είναι αξιοσημείωτη. Ταυτόχρονα διαπιστώνεται μέσα στις εκδηλώσεις αυτές ότι η κεντρική ιδέα που υποκρύπτεται, αν δεν επιδιώκεται, είναι η ρήξη του εξωτερικού εαυτού -που έχει συμβιβαστεί με τα στερεότυπα- με τον εσωτερικό εαυτό.  Σημαντική σημειολογία προσφέρει  η φιγούρα του τρελού. Η εσωτερική ανάγκη  του ανθρώπου να ξεφύγει από την στραγγαλιστική συνοχή της λογικής και να εκδηλώσει το ιδιότυπο και παρορμητικό στοιχείο του είναι διαχρονική και την εκδηλώνει με αυτή την φιγούρα. Σε όλες τις λατρευτικές ή μη εκδηλώσεις που συμμετέχει ο άνθρωπος κατά τις οποίες μπορεί να αποκρύπτει τον συμβατικό του εαυτό χρησιμοποιεί την υποδυόμενη τρέλα για την εξωτερίκευση των μύχιων σκέψεών του και την εκδήλωση της αντισυμβατικότητάς του. Η φιγούρα του τρελού καταγράφεται στις διονυσιακές τελετές, στα Σατουρνάλια και σε όλες τις μεταμφιεστικές εορτές, ιδιαίτερα στην περίοδο των εορτασμών του καρναβαλιού σε ολόκληρη τη γη.

Από τις Διονυσιακές τελετές μέχρι τις σημερινές αποκριάτικες εκδηλώσεις ερχόμαστε αντιμέτωποι με την επιθυμία της ρήξης και της κοινωνικής διαφοροποίησης.

Πρόκειται ακριβώς για τις ιδιότητες που αποδίδει ο Jean-Pierre Vernant στο Διόνυσο,  γράφοντας ότι «καταργεί τα σύνορα – όρια ανάμεσα στον άντρα και στη γυναίκα, στον Έλληνα και το Βάρβαρο, στους ανθρώπους και τους θεούς· εκφράζει την ανάγκη να ανατραπεί, κάποτε, το σύστημα· για να τον πλησιάσεις πρέπει να αλλάξεις τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα και να συμφιλιωθείς με την ιδέα ότι όλες οι κατηγορίες που μας φαίνονται παγιωμένες, μπορούν να ανατραπούν» (J.P.Vernant, Μύθος και θρησκεία στην αρχαία Ελλάδα, εκδόσεις ΣΜΙΛΗ, 2000).

Η ΚΟΥΚΟΥΛΑ ΣΗΜΕΡΑ

Και εδώ μπορεί να τεθεί το ερώτημα: μήπως τελικά μαζί με την σημειολογία/συμβολισμό των εορτών αυτών που αφορούν και στην αναγέννηση της φύσης και οι οποίες τελούνται κάτω από μια κουκούλα, υποκρύπτεται και η αναγέννηση της κοινωνίας????

Μπορεί, δηλαδή, η σημερινή εκδηλωτική πρακτική των βίαιων «κουκουλοφόρων» να εκληφθεί ως σημειολογία αναγέννησης της κοινωνίας? Είμαι πεπεισμένος πως ΟΧΙ. Ο κυριότερος λόγος είναι ότι η χρήση της κουκούλας στις λατρευτικές εκδηλώσεις και τελετές είχε σκοπό το «γνώθι σ’αυτόν» μέσω της κεκαλυμμένης εκδήλωσης του εσώτερου εαυτού του ανθρώπου αλλά και της απόδοσης τιμών προς την θεότητα. Σήμερα όμως η χρήση της κουκούλας έχει μεταλλάξει τον συμβολισμό αυτό επειδή η χρήση της υπαγορεύεται μόνο από την ανάγκη  απόκρυψης της ταυτότητας του ανθρώπου που την χρησιμοποιεί. Αυτό συνάγεται, αφενός  από το γεγονός ότι  σε καμία από τις όποιου είδους τελετές και εκδηλώσεις δεν υπήρχε ωμή βία και καταστροφή, και αφετέρου πάντα ο κουκουλοφόρος στο τέλος των εκδηλώσεων αυτών αποκαλυπτόταν.

Το φαινόμενο της χρήσης της κουκούλας σήμερα τείνει να  διαμορφώσει διαφορετικό συμβολισμό. Ο αρχέτυπος τελετουργικός, μυστικιστικός αλλά και θρησκευτικός συμβολισμός της κουκούλας, και γενικότερα της κάλυψης της κεφαλής, μπορεί να υφίσταται ακόμη σε πολλές εκδηλώσεις του ανθρώπου αλλά στην περίπτωση των «κουκουλοφόρων για την απόκρυψη της ταυτότητας» δεν υφίσταται.  Και ακόμη περισσότερο αυτό που δεν υπήρξε ποτέ στο παρελθόν -ή τουλάχιστον πριν από τα τέλη του 20ου αιώνα- η κουκούλα να αποτελεί  σύμβολο και οι κουκουλοφόροι αυθεντικοί εκφραστές του κινήματος της αναρχίας, με την όποια σημερινή μετάλλαξή του.

Το αναρχικό κίνημα στην Ελλάδα ξεκίνησε περί τα τέλη του 19ου  αιώνα σαν προέκταση των υπό διαμόρφωση ιδεολογικών ρευμάτων της Ευρώπης τα οποία έφτασαν στην Ελλάδα με πλήρη ιδεολογική σύγχυση που προκαλούσαν οι διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές δομές. Οι αναρχικοί ποτέ δεν συγκροτήθηκαν ώστε να αποτελέσουν πολιτική ομάδα που θα διεκδικούσε την κοινοβουλευτική τους εκπροσώπηση και  δεν απέκτησαν ποτέ λαϊκό έρεισμα. Αρκέστηκαν πάντα στην έκφραση  μιας συγκυριακής άποψης πάντα όμως εκπεφρασμένης σαν αντίθεση και όχι σαν θέση με σαφώς έκνομες ενέργειες.

Αναρωτιέμαι πόση απογοήτευση αλλά και αποτροπιασμό, ίσως, θα έδειχναν οι Μπακούνιν και Προυντόν αλλά και οι Πλωτίνος Ροδοκανάκης, Παύλος Αργυριάδης και Δημήτρης Μάτσαλης που σε ό,τι και να έκαναν δεν φόρεσαν ποτέ τους κουκούλα. Ιδιαίτερα ο  Μάτσαλης που το 1896 δολοφονεί χωρίς κουκούλα τον τραπεζίτη Δ. Φραγκόπουλο και τραυματίζει τον μεγαλέμπορα Α. Κόλια, και δηλώνει στην απολογία του «Ό,τι έκανα, το έκανα χάριν της Ιδέας. Κανένας δεν με έβαλε. Μόνος μου ενήργησα. Φονεύσας δεν απέβλεψα εις τα πρόσωπα, αλλά εκτύπησα το Κεφάλαιον. Είμαι αναρχικός και ως αναρχικός είμαι υπέρ της βίας». Αλλά ακόμα και οι Φάμπρι, Μαλατέστα, Κροπότκιν, Μπερνέρι και Τσόμσκυ ποτέ δεν φόρεσαν κουκούλα.

Επομένως η δήλωση κάποιου σημερινού «κουκουλοφόρου» (και όχι αναρχικού) «…για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, η κουκούλα μειώνει τον κίνδυνο της ποινικής δίωξης…» είναι η αποτύπωση της σημειολογικής αναφοράς που τείνει να καταστεί σημερινός συμβολισμός της κουκούλας.

Αυτοί που γνωρίζουν για το αναρχικό κίνημα στην Ελλάδα ας φέρουν στο μυαλό τους την εξής φανταστική σκηνή: τον Σταύρο Κουχτσόγλου (που υπήρξε ο μόνος στην Ελλάδα ολοκληρωμένος και αυθεντικός αναρχικός) και έναν σημερινό «κουκουλοφόρο» να πίνουν μαζί καφέ στα Εξάρχεια.  Τι γέλιο θα είχε να ρίξει ο κάθε πικραμένος της γης.

Ο πολιτικός λόγος που προσπαθούν να αρθρώσουν οι σημερινοί «κουκουλοφόροι» ΔΕΝ μπορεί να έχει καμία αξία. Ο πολιτικός λόγος προϋποθέτει διαλεκτική, δηλαδή λόγο και αντίλογο, πράγμα που αποστρέφονται καθόσον επιδιώκουν την επιβολή της άποψής τους, και όχι των ιδεών και προτάσεών τους,  δια της βίας. Ο ισχυρισμός τους δε, ότι με την βία που εξασκούν γίνονται γνωστές οι απόψεις τους, είναι τουλάχιστον αφελής λαμβανομένης υπόψη και της θέσης του αμερικάνου αναρχικού Murray Bookchin για Lifestyle Anarchy(!!!).

ΑΝΤΙ ΓΙΑ ΕΠΙΛΟΓΟ

Έχουν τόσα πολλά γραφτεί τον τελευταίο καιρό, σοβαρά και μη, για τους «κουκουλοφόρους» που η πραγματική διάσταση του ζητήματος κάπου μας διαφεύγει. Έτσι η κουκούλα έχει συνειρμικά αποκτήσει, σε σχέση με τον διαχρονικό συμβολισμό της, διαφορετικό/αρνητικό περιεχόμενο.  Στα τελευταία χρόνια οι «κουκουλοφόροι» έκαναν την εμφάνισή τους  σε μια περίοδο απομάκρυνσης του κόσμου από τις μαζικές κοινωνικές δράσεις και απ’ τα κοινά γενικότερα (αποτέλεσμα του βολέματος ίσως?), και σε ένα πεδίο περισσότερο παραπολιτικής παρά πολιτικής δράσης.

Από όσα γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, όλα τα δρώμενα κάτω από μία κουκούλα διακατέχονταν από μια λειτουργικότητα, ενώ ήταν διαποτισμένα από σοφία, επηρεάζοντας το ασυνείδητο αθόρυβα, αλλά δυναμικάΣήμερα, με την υφέρπουσα παρα-σημειολογία της κουκούλας που μπορεί να εξελιχθεί σε συμβολισμό, χάνουμε και το σημαίνον και το σημαινόμενο.

Η σημερινή εποχή χαρακτηρίζεται από πλήρη σύγχυση. Έχουμε σύγχυση για το είναι ελευθερία, δημοκρατία, διανθρώπινες σχέσεις, θρησκεία, τρομοκρατία, πνευματικότητα και αναζήτηση. Ιδιαίτερα έχουμε σύγχυση για τον ίδιο μας τον εαυτό.  Αν αναλογισθούμε ότι όλα τα παραπάνω συμβαίνουν στον άνθρωπο τον ευρισκόμενο κάτω από μια κουκούλα, αναρωτιέται κανείς για τον δικό του πραγματικό εαυτό.

Η γνώση του πραγματικού μας εαυτού, με όποια διεργασία και κάτω από όποια κουκούλα και αν μπορεί να γίνει, είναι προσωπική μας υπόθεση και προϋποθέτει αναζήτηση. Το αν καταφέρουμε να φτάσουμε στο σημείο να αφαιρέσουμε την όποια κουκούλα χρησιμοποιούμε -αυτό το διαχωριστικό φράγμα που μας χωρίζει από το φως- είναι πάλι προσωπική μας υπόθεση.

Αναρτήθηκε από: spzoidis | 11/11/2016

Ηλύσια Πεδία

Οι συμπληγάδες του νου

συνθλίβουν τις ματωμένες εικόνες του κόσμου

ενώ το λαμπερό σκοτάδι των Ηλυσίων Πεδίων

καλοδέχεται τις τέλειες ψυχές  στο άλλο μισό της Σελήνης.

Οι άλλες οι βασανισμένες  οδύρονται γύρω από την ερείκη

που κρατά στα σωθικά των κλώνων της τη λάρνακα του -προσωρινά- άψυχου Όσιρι.

Και αν πέθαινα, για λίγο,  και το πάν απεσυντίθεντο

η ψυχή μου ζυμωμένη με τόσο μέταλλο,  έτσι βαριά,

δεν θα κατόρθωνε  το άλλο μισό της Σελήνης να φθάσει.

Ποια όργια του Διόνυσου

ποιο αίμα Μιθραϊκού ταύρου  

ποιος λωτός του Γάγγη

θα μπορούσε το βάρος να σηκώσει;  

Η καιόμενη βάτος και τα νερά του Ιορδάνη σηκώνουν λίγο

και η τέχνη η άλλη η μεγάλη,

το υπόλοιπο, ελπίζω, να σηκώσει.

Και τότε, απεκδυόμενος τον δερμάτινο χιτώνα μου

σαν λεία,  τετράγωνη, τέλεια δουλεμένη πέτρα

θα τοποθετηθώ στα τοιχώματα του ουράνιου κάστρου

που λάμπει στο σκοτάδι των Ηλυσίων Πεδίων.

 

Σπύρος Ζωϊδης Μάρτιος 2000

Αναρτήθηκε από: spzoidis | 11/11/2016

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΥΗΣΗ

Αν η φιλοσοφία λογίζεται σαν παιδεία θανάτου, τότε με την μύηση αποκτά κανείς εμπειρία θανάτου. Και όχι μόνο!!!! Αλλά και εμπειρία ανάστασης.

Η ανθρώπινη φύση σπουδάζοντας τις άκρες της ζωής ανέπτυξε την φιλοσοφική σκέψη η οποία μελέτησε, και μελετά ακόμη, το πέρα από τη ζωή. Το επέκεινα. Θύρα ή κομβικό σημείο του επέκεινα είναι ο θάνατος. Επομένως ο θάνατος έγινε, σαν το μόνο αναπόφευκτο γεγονός του ανθρώπου, ο πιστός φίλος του φιλόσοφου που του αποκαλύπτει το νόημα της ζωής, καθώς και το ηθικό νόημα του ανθρώπου που υπερβαίνει το θνητό Είναι του.

Ο φόβος του θανάτου, όμως, καθώς άρχισε να αποκτά την προβληματική του άρχισε και να επιζητά λύσεις που -τουλάχιστον- θα μπορούσαν να προσφέρουν στον άνθρωπο κάτι περισσότερο από το Τίποτα του επέκεινα, του πέρα από τη ζωή. Και ιδιαίτερα να του προσφέρουν αυτό που και ο Νίτσε λέει με το στόμα του Ζαρατούστρα στο τραγούδι του τάφου «και μόνο όπου υπάρχουν τάφοι, υπάρχουν και αναστάσεις». Κανείς δεν μπορεί να προσεγγίσει την αρχέτυπη σκέψη του ανθρώπου που τοποθέτησε σαν επακόλουθο του θανάτου, από υποψία μέχρι βεβαιότητα, την ανάσταση. Ίσως αυτό να αποτέλεσε απόρροια της απόρριψης της ιδέας της ύπαρξης μέσα από το μηδέν και το τίποτα, που οδηγεί σε αδιέξοδο τον άνθρωπο, και την αποδοχή της υπαρξιακής συνέχειας του τώρα με το επέκεινα. Το μηδέν, εκτός ελάχιστων περιπτώσεων, ο άνθρωπος δεν το κατανοούσε.

Αλλά πως έφτασε ο άνθρωπος στο δίπολο θάνατος-ανάσταση;  Πιστεύω, και σας βεβαιώ όχι μόνο εγώ,  ότι η απάντηση βρίσκεται στη φύση. Η παρατήρηση των φαινομένων αλλά και της λειτουργίας της φύσης εμφύτευσαν στον άνθρωπο την ιδέα της ανάστασης. Η δύση και η ανατολή του Ήλιου, ο σπόρος του σιταριού που νεκρός όντας ανασταίνεται και βλαστάνει εκ νέου σε έναν ατελείωτο κύκλο ζωής και θανάτου, αλλά και η ζωογόνος άνοιξη που κατέλυε το μυστήριο του χειμώνα-θανάτου, αποτέλεσαν καταλυτικές σκέψεις για τον άνθρωπο.

Η ανάπτυξη των μύθων, και ιδιαίτερα αυτών που συνδέονταν με το πρωτόγονο  θρησκευτικό συναίσθημα, συμπεριέλαβαν το δίπολο θάνατος-ανάσταση σε τραγικές αναπαραστάσεις της φύσης μέσα από τους Θεούς του ανθρώπου. Οι αναπαραστάσεις αυτές (διαμελισμός Διονύσου και ανάστασή του, διαμελισμός του Όσιρι και επαναφορά του στη ζωή, θάνατος και ανάσταση του Άδωνη αλλά και του Χριστού)  δίνονταν με την εξωτερική τους ερμηνεία εντελώς συμβολικά. Τα ανάλογα ιερατεία περιορίζονταν στην τελετουργική αναπαράσταση του θανάτου και της ανάστασης των θεών τους και μέχρι εκεί. Αλλά ο άνθρωπος δεν έμενε ικανοποιημένος. Δεν κατανοούσε γιατί δεν αποκτούσε εμπειρία. Γνώση, και μάλιστα όχι πρωτογενή, μπορεί να αποκόμιζε, αλλά προσωπική εμπειρία -έστω και μέσα από συμβολισμούς και αλληγορίες- ποτέ. Το κενό αυτό συμπληρώθηκε με τη μυητική διαδικασία μέσα από τα μυστήρια. Τα μυστήρια, σαν εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου να γνωρίσει τον εαυτό του, την συνείδησή του και γενικά το νόημα της ζωής και να συμφιλιωθεί με την ιδέα του θανάτου αλλά και με το επέκεινα, αναπτύχθηκαν -και αυτό είναι παράδοξο- παράλληλα με τις θρησκείες. Κανένα όμως από τα πολλά μυστήρια/μυητικά τάγματα που υπήρξαν, αλλά και υπάρχουν ακόμα, δεν λειτούργησε σαν θρησκεία. Σεβάστηκαν τις θρησκείες και αποζητούσαν το θρησκευτικό συναίσθημα των μυημένων που χωρίς την πίστη τους στο Θείον δεν μπορούσαν να κατανοήσουν την ζωή και τον θάνατο.

Τα σύμβολα, οι αλληγορίες και οι τελετουργικά αναπαριστώμενοι μύθοι είναι τα εργαλεία που προσδίδουν την βιωματική εμπειρία του δίπολου θάνατος-ανάσταση στον μύστη. Θα αναρωτηθεί κανείς αν πράγματι όλοι όσοι έχουν κατά τη διάρκεια της ιστορίας του κόσμου μυηθεί, έχουν κατανοήσει το δίπολο αυτό και έχουν απαλύνει τον φόβο του θανάτου. Είμαι βέβαιος πως όχι. Αλλά υπάρχουν πολλοί που, έστω και μια ακτίνα φωτός να διέσπασε το απόλυτο σκοτάδι της ανυπαρξίας και του τίποτα, μέσα από την συμβολική εμπειρία του θανάτου και της ανάστασης, άρχισαν το μεγάλο τους ταξίδι προς το επέκεινα με την πεποίθηση της μετάστασης στην αιωνιότητα.

Αναπολώ, μειδιώντας ειρωνικά τώρα, την τρομακτική φιγούρα του θανάτου με την αποτρόπαια μάσκα, την μυτερή κουκούλα, τον μαύρο μανδύα και προπαντός το δρεπάνι στο χέρι που, παραλίγο, να παίξω σκάκι μαζί του στην Έβδομη Σφραγίδα του Μπέργκμαν. Το δημιούργημα αυτό από μόνο του σε έκανε να ανατριχιάσεις. Πάντα ήθελα να του βγάλω τη μάσκα και να δω τα μάτια του. Αφού είχε φιγούρα ανθρώπου, αποτρόπαια αλλά ανθρώπου, ήθελα να δω τα μάτια του και μέσα από αυτά τη πραγματική του διάσταση. Άλλωστε κάθε τι που φοράει μάσκα κάτι κρύβει, ίσως ήθελε απλά να με τρομάξει. Όπως τρόμαζε σε όσους είχε εμφανιστεί.

Έτσι, με την βασική όσο και απαραίτητη προϋπόθεση της πίστης στην ύπαρξη του Θείου, θέλησα να κατέβω στο βάθος της συνείδησής μου και να γνωρίσω τον εαυτό μου. Άφησα τον αέρα να φυσήξει από πάνω μου τη σκόνη της ημιμάθειας.  Καθάρισα το λερωμένο κορμί και το βλέμμα μου με το νερό. Έκαψα στη φωτιά ότι με βάραινε. Και κατέβηκα στην μήτρα της παγκόσμιας μητέρας Γής. Μπορεί η λογική να βάζει όρια, όρια ανυπέρβλητα όπως είναι ο θάνατος, αλλά η εσωτερική προδιάθεση του σκεπτόμενου ανθρώπου τον οδηγεί σε άλλες σφαίρες σκέψης χωρίς κανένα όριο στην αναζήτησή του. Η υπέρβαση της σκέψης της εποπτείας του χώρου και του χρόνου μας οδηγεί στο άπειρο και το άχρονο. Και σε καινούργια εποπτεία του κόσμου, του ανθρώπου γενικά και ιδιαίτερα του εαυτού μας. Η παραγόμενη σκέψη μέσα από την ενόραση είναι πρωτογενής, είναι αποκλειστικά δική μας. Επομένως έτσι αναγεννημένος από την μήτρα της μητέρας Γής άρχισα να ξαναγνωρίζω τον εαυτό μου και τον κόσμο.

Το κτίσιμο ενός νέου ανθρώπου και μιας καινούργιας κοσμοθεωρίας επέρχεται, επώδυνα είναι αλήθεια, με την προσπάθεια που καταβάλεις για να κατέλθεις αυτό το δύσβατο μονοπάτι που σε οδηγεί στο βάθος της συνείδησής σου. Εκεί είναι το θηρίο που πρέπει να αντιμετωπίσεις. Και όλα αυτά, κατά περίεργο αλλά θαυμαστό τρόπο, γίνονται πραγματικότητα. Παίρνεις το σπαθί, γίνεσαι Θησέας και αντιμετωπίζεις τον Μινώταυρο. Τώρα άμα τον σκοτώσεις είναι καθαρά προσωπική σου υπόθεση, κανείς άλλος δεν μπορεί να σκοτώσει τον Μινώταυρό σου εκτός από σένα.

Σαν μαθητευόμενος της διαδικασίας αυτής έχεις βγάλει από το μυαλό σου την ιδέα του θανάτου. Κυριαρχεί η ιδέα της ζωής. Μαθαίνεις να ζεις. Αλλά με άλλο τρόπο μέσα από άλλη κοσμοαντίληψη και θεώρηση του μικρόκοσμου που σε περιβάλει αλλά και του μακρόκοσμου που σου φανερώνεται σε μια άλλη διάσταση μέσα από τη διάθλαση των ανοιχτών σου ματιών πλέον. Μα το κυριότερο που επισυμβαίνει είναι η μετατροπή του Εγώ σε Εμείς. Και το Εμείς δεν λογίζεται έξω από σένα αλλά εσύ ο ίδιος αποκτάς, αν αποκτάς εν τέλει, την πολλαπλότητα της εγρήγορσης του Εγώ σου. Βέβαια η διαδικασία της μαθητείας δεν έχει χρονικούς περιορισμούς και το «γηράσκω αεί διδασκόμενος» παραμένει καρφωμένο στο μυαλό σου. Γιατί τελικά, το ξέρετε άλλωστε, όλα είναι ζήτημα μυαλού.

Ο θάνατος αργεί λίγο ακόμη. Πριν από την εμπειρία θανάτου υπάρχει η παιδεία θανάτου. Η φιλοσοφία, σαν περικλείουσα όλες τις άλλες επιστήμες, είναι ο νέος δρόμος σου. Στο στάδιο αυτής της μαθητείας σου εγχειρίζονται τα εργαλεία εκείνα που χρειάζεσαι για να πεθάνεις. Μαθαίνεις να ζεις γνωρίζοντας ότι θα πεθάνεις. Και πεθαίνεις σαν άγρια τιμωρημένος γιατί σκότωσες το Φως που είχες μέσα σου. Καταδικάζεσαι για τον φρικτό φόνο που διέπραξες σαν αχρείος. Τον θάνατο του εαυτού σου.

Και εκεί που μοιάζεις με στάχυ, καταπράσινο και αγέρωχο, στον κάμπο της Ελευσίνας, έρχεται ο ήλιος και το δρεπάνι και σε ρίχνουν στο βάραθρο του σκότους. Σκοτάδι και τρόμος αν και βρίσκεσαι ανάμεσα στους πεθαμένους και αναστημένους. Τώρα η αντίληψη τελειώνει και αρχίζει η βιωματική εμπειρία. Ζεις και όχι απλά γνωρίζεις ότι θα πεθάνεις αλλά γνωρίζεις ότι τώρα, σε λίγο πεθαίνεις. Αυτό είναι το πρώτο σοκ και η πρώτη εμπειρία θανάτου. Γνωρίζεις ότι σε λίγο κάποιος, που ίσως γελάει πίσω από τη μάσκα θα σου κάνει ματ στη σκακιέρα της ζωής. Τότε αναδύεται η εικόνα του πραγματικού σου Εγώ, του Εαυτού, που έκτισες -η καλύτερα σμίλεψες- τόσο καιρό. Και η εικόνα αυτή δεν χωρά σε μέτρα σύγκρισης. Είναι, πλέον, αυτή που είναι. Το σκοτάδι προηγείται του θανάτου. Βιώνεις το σκοτάδι σαν σκοτάδι ζωής και συνάμα απώλειας. Νοιώθεις ότι «νυν απολύεις» τη ζωή σου. Αλλά δεν θλίβεσαι και περισσότερο ούτε θυμώνεις, και αυτό γίνεται γιατί είσαι ανάμεσα σε πεθαμένους και αναστημένους, ανάμεσα σε αυτούς που έχουν πριν από σένα πεθάνει και αναστηθεί.

Έπειτα έρχεται το πρώτο κτύπημα από χέρι συνοδοιπόρου σου. Μα, λες, μαζί με αυτόν είχαμε πάρει το σκληρό μονοπάτι, δίπλα-δίπλα πορευόμαστε… και έρχεται το δεύτερο κτύπημα πάλι από αχρείο συνοδοιπόρο. Και το τρίτο, το τελειωτικό. Να και ο τρίτος συνοδοιπόρος. Χάνεις την αίσθηση της βαρύτητας, νομίζεις ότι πέφτεις στο κενό αλλά απλά γεμίζεις το κενό της άδειας, μέχρι πριν λίγο, σαρκοφάγου. Χάνεσαι στο τίποτα, νομίζεις. Και το ταξίδι αυτό το βιώνεις χωρίς αισθήσεις, πλέον, και χωρίς αισθήματα. Και προπάντων δεν νοιώθεις λύπη και θλίψη. Λύπη για αυτά που έκανες και αυτά που δεν έκανες και θλίψη για ό,τι αφήνεις πίσω σου. Και ξαφνικά ακούς θρήνους και κοπετούς. Και διαπιστώνεις ότι, χωρίς να αισθάνεσαι, σκέφτεσαι. Πως είναι δυνατόν!!!! Σάμπως να ζει κάτι άλλο από σένα, έξω από σένα. Λες και ο Άδωνης ή ο Διόνυσος έγιναν εσύ. Ακούς χωρίς αυτιά και βλέπεις χωρίς μάτια. Βλέπεις εφτά συνοδοιπόρους σου να σε αναζητούν. Σε ψάχνουν οδοιπορούντες και θρηνούντες. Γιατί δεν θέλουν να σε αφήσουν στο σκοτάδι που περιπλανιέσαι στον άγνωστο για σένα αλλά γνωστό σε αυτούς χώρο, χωρίς χρόνο.

Η αναζήτηση τους μοιάζει σαν πράξη θέλησης μεγάλης και προκαθορισμένου σχεδίου γραφή. Ποιητική εικόνα. Εσύ θαμμένος σαν το σπόρο  του σίτου και αυτοί σαν την άνοιξη να σε ψάχνουν για να σε τιμήσουν με τη ζωή. Την άλλη ζωή. Εσύ ο καταδικασμένος σε θάνατο, ο πεθαμένος, αναζητείσαι σαν τον ενσαρκωτή του νέου οδηγητή. Τι ανατροπή!!! Τι μαγεία!!! Από αποδιοπομπαίος θύτης σε Άγιο Θύμα. Μόνο σε άλλη διάσταση μπορεί να συμβεί αυτό. Σε βρίσκουν, πρόχειρα θαμμένο, κάτω από το δένδρο της γνώσης και της αφθαρσίας. Και καλούν -επικαλούνται μάλλον- τον Μεγάλο οδηγητή και Δάσκαλο, να έλθει και να σε αναγνωρίσει. Σε αναγνωρίζει χωρίς τον δερμάτινο μανδύα σου που έχεις αποβάλλει και έχει αποσυντεθεί εις τα εξ ων συνετέθη, και χωρίς αυτά που σε στόλιζαν ή σε βάραιναν. Και αισθάνεσαι να ξαναβρίσκεις τις άλλες πέντε, ή και πολύ περισσότερες αισθήσεις σου, αυτές που σε κάνουν να αποκτάς την υπαρξιακή σου συνέχεια από τα πριν διεστώτα στο Επέκεινα. Διεστώτα. Διασπασμένος ο δερμάτινος χιτώνας σου αλλά κάτι άλλο, κάτι σαν σκέψη χωρίς μνήμη, σου φανερώνει έναν άλλο Εαυτό σε μία άλλη διάσταση. Η διάσπαση πραγματώθηκε αλλά η άλλη διάσταση είναι εδώ. Και νοείς, όχι ακούς… όχι, και νοείς λοιπόν την φωνή που παραγγέλλει την ανάκλησή σου. Και λες…. Μα πώς θα σηκωθώ χωρίς σάρκα και χωρίς μορφή; Αλλά περιμένεις χωρίς μνήμη, μα με προσδοκία ανάστασης.

Και τότε έρχεται Φως. Το περισσότερο Φως που αναζητούσε στην επιθανάτια κλίνη του και ο Γκαίτε, λες και κάτι να ήξερε. Το σκοτάδι διαλύεται και το Φως είσαι εσύ. Πολύ Φως. Διαφορετικό Φως. Το άλλο Φως της άλλης διάστασης αλλά και το Φως του Τώρα και του Επέκεινα. Αρχίζεις να αισθάνεσαι σαν το νέο στάχυ στον κάμπο της Ελευσίνας, σαν το στάχυ δίπλα στο Νείλο, σαν το στάχυ της κοιλάδας του Ευφράτη, σαν τον χρισμένο-μυημένο που ανασταίνεται. Ο σπόρος του σίτου που αφού σάπισε, ξαναφύτρωσε. Και αγάλλονται όλοι οι συνοδοιπόροι σου που θα έχουν πάλι τον σύντροφό τους, όπως στο τώρα έτσι και στο Επέκεινα. Και όλοι γιορτάζουν όπως γιορτάζει η άνοιξη.

Έτσι, η παιδεία του θανάτου μετατράπηκε σε εμπειρία θανάτου. Μέσα από τη διαδικασία της μυητικής τελετουργίας. Η αλληγορία του μύθου «Θάνατος- Ανάσταση» που χρησιμοποιούν τα μυητικά τάγματα έχει σκοπό να εξοικειώσει τον άνθρωπο με την ιδέα του θανάτου και του Επέκεινα. Δεν σημαίνει ότι αντανακλούν ή έμμεσα δείχνουν την «άλλη» πραγματικότητα. Άλλωστε δεν εμπίπτει σε καρτεσιανή απόδειξη η ύπαρξή της. Αλλά οι μύστες των Μυστηρίων, πιστεύουν στην ύπαρξη του Θείου, άσχετα με την διαφορετικότητα η ονομασία που του αποδίδουν οι θρησκείες, και στην ύπαρξη της ψυχής και, πολλοί, στην αθανασία της. Τα δεδομένα αυτά, ίσως από ενδόμυχη και αρχέγονη ανάγκη, σε κάνουν να τραβάς την αποτρόπαιη μάσκα του δρεπανηφόρου θανάτου και να τον κοιτάς κατάματα. Αυτός ξέρει που σε πάει, αλλά και εσύ του κλείνεις το μάτι λέγοντας…  πάμε. Και αν σε πάει στο Τίποτα τότε το μόνο που έχεις καταφέρει είναι να ξεκινήσεις το μεγάλο ταξίδι ήρεμος και χωρίς τον τρόμο στα μάτια σου και την καρδιά σου. Αν όμως σε πάει εκεί που έχεις φανταστεί, τότε του λες δείχνοντάς του τα δένδρα… Την Ακακία την γνωρίζω. Σε κάθε, όμως, περίπτωση έχεις ζήσει με συνείδηση και σε εγρήγορση. Αυτό και αν είναι θαύμα.

ΣΠΥΡΟΣ ΖΩΙΔΗΣ

Αναρτήθηκε από: spzoidis | 03/10/2016

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ

Ο σκοτεινός, όπως απεκλήθη αργότερα, φιλόσοφος, γεννήθηκε στην Έφεσο  το 544πΧ. και πέθανε περίπου το 484πΧ. Ο Ηράκλειτος, γιός του Βλύσωνα (ή Βλόσωνα ή Ηράκωντα), ήταν αριστοκράτης και απόγονος της γενιάς των Ανδροκλειδών -που με αρχηγό τον γιό του βασιλέα Κόδρου Άνδροκλο μετανάστευσαν στην Ιωνία και ίδρυσαν την Έφεσο- έζησε πολυτάραχη ζωή.  Η σύντομη πολιτική του δραστηριότητα χαρακτηρίστηκε από την ιδεολογική απόρριψη και της τυραννίας αλλά και της δημοκρατίας. Σαν γνήσιος  αριστοκράτης του πνεύματος παρά της κοινωνικής ιεραρχίας, πίστευε ότι η πολιτική δεν του ταίριαζε και αρκετά νέος παραιτήθηκε των πολιτικών δικαιωμάτων του. Κατά τον Διογένη Λαέρτιο, που αποτελεί μία από τις ελάχιστες αλλά ακριβείς πηγές για τον Ηράκλειτο, ο Ηράκλειτος από πολύ νεαρή ηλικία απολάμβανε τον θαυμασμό του περίγυρού του. Δεν μαθήτευσε με κανένα διδάσκαλο και με αλαζονική αυτοπεποίθηση έλεγε ότι είχε ρωτήσει τον εαυτό του μάθει τα πάντα από αυτόν. Το φιλοσοφικό του έργο το κατέγραψε στο βιβλίο του «Περί φύσεως» το οποίο και αφιέρωσε στο Ναό της Εφεσσίας Αρτέμιδος. Τα αποσπάσματα/σπαράγματα που έχουν διασωθεί χαρακτηρίζονται από στρυφνότητα, είναι σύντομα και έχουν τη μορφή χρησμών.

Ο Ηράκλειτος έζησε σε μία εποχή όπου η παρουσία των Περσών στην Μικρά Ασία είναι μεγάλη, οι σατραπείες σφίγγουν σαν μέγγενη τις ελληνικές πόλεις της και συντελούνται μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές. Παράλληλα η κοινωνία της Εφέσου μοιάζει διεφθαρμένη και ο Ηράκλειτος κατηγορεί τους πολίτες της ότι ενδιαφέρονται μόνο για τις υλικές απολαύσεις. Αυτός ήταν και ο λόγος που αρνήθηκε να θεσπίσει νόμους και προτιμούσε να παίζει με τα παιδιά στο ιερό της Αρτέμιδος. Όταν οι Εφέσιοι εξόρισαν τον Ερμόδωρο, τον οποίο θεωρούσε τον άριστο των πολιτών, ζήτησε από όλους να απαγχονιστούν αυτοβούλως και να μεταβιβάσουν την εξουσία της πόλης στα παιδιά. Εναντιώθηκε στην εξέγερση των δημοκρατικών εναντίον των περσών και μετά την αποτυχημένη προσπάθεια του Μελανκόμα τον ανάγκασε να παραιτηθεί. Είναι ενδεικτικό του χαρακτήρα του ότι αρνήθηκε να επισκεφτεί την Αθήνα που τον είχαν καλέσει και αδιαφόρησε προκλητικά στην πρόσκληση του Δαρείου και στις τιμές που του επεφύλασσε.

Στο τέλος, συνάγεται, ότι απηύδησε με τους συμπολίτες του και για κάποιο διάστημα έζησε στα βουνά τρώγοντας άγριους καρπούς, βότανα και χόρτα. Αρρώστησε από υδρωπικία (συσσώρευση υγρών στην κοιλιακή χώρα) και γύρισε στην πόλη όπου και κλείστηκε σε ένα στάβλο. Ρωτούσε, ειρωνικά, τους γιατρούς αν μπορούν  να φέρουν ξηρασία στη Γή μετά από τεράστια ποσότητα βροχής, υπονοώντας αν μπορούν να θεραπεύσουν την πάθησή του. Τελικά κάλυψε το σώμα του με κοπριά, πιστεύοντας ότι η προκαλούμενη θέρμη θα τον ανακούφιζε από τα συμπτώματα της υδρωπικίας.

Έτσι ο ιδιόρρυθμος φιλόσοφος πέθανε σε ηλικία 60 χρόνων αφήνοντας στην ανθρωπότητα ένα από τα βαθύτερα φιλοσοφικά έργα. Δεν έχει διασωθεί ολόκληρο το έργο. Κατά τον Διογένη τον Λαέρτιο, το βιβλίο αυτό μάλλον έπρεπε να διαιρείτο σε τρία μέρη: στο πρώτο πραγματευό­ταν το σύμπαν, στο δεύτερο την πολιτική και στο τρίτο ηθικά και θεολογικά ζητή­ματα

Την πλέον αξιολογότερη κριτική για τον Ηράκλειτο την έκανε ο Σωκράτης. Ο Πλάτωνας μας πληροφορεί, ότι όταν ο Σωκράτης διάβασε το έργο του Ηράκλειτου είπε «… αυτά που κατάλαβα είναι σπουδαία, νομίζω όμως ότι είναι εξίσου σπουδαία και αυτά που δεν μπόρεσα να καταλάβω». Και εάν ο Πλάτωνας, και διά αυτού ο Σωκράτης, δεν μπόρεσαν να καταλάβουν όλα όσα εννοούσε ο Ηράκλειτος, τότε σωστά ακόμα η ανθρωπότητα ασχολείται με το έργο του.

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ

α. Καθολικό Αίτιο-Δημιουργία

Ο Ηράκλειτος διεγείρει το πνεύμα όσο κανείς άλλος φιλόσοφος. Οι δεκάδες χιλιάδες απόπειρες ερμηνείας των αποφθεγμάτων του, όσο βαθειά φιλοσοφικές και αν είναι, δεν καταφέρνουν να αποκωδικοποιήσουν την ιδιάζουσα σκέψη του. Καταφέρνουν όμως να δημιουργούν νέα ερωτήματα και να εκνευρίζουν τους ερευνητές της κοσμολογίας επειδή όσο και να προσπαθούν να δώσουν μία ολιστική θεωρία της δημιουργίας του σύμπαντος πέφτουν πάντα πάνω στον Ηράκλειτο που έγραφε «συλλάψιες ὅλα καὶ οὐχ ὅλα, συμφερόμενον διαφερόμενον, συνᾷδον διᾷδον, καὶ ἐκ πάντων ἓν καὶ ἐξ ἑνὸς πάντα» (απ. 10) ήτοι: συνάφειες είναι η ολότητα και η μη ολότητα, το ομόρροπο και το αντίρροπο, το σύμφωνο και το παράφωνο. Από όλα ένα και από ένα όλα. Και «κόσμον τόνδε, τὸν αὐτὸν ἁπάντων, οὔτε τις θεῶν οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησεν, ἀλλ᾽ ἦν ἀεὶ καὶ ἔστιν καὶ ἔσται πῦρ ἀείζωον ἁπτόμενον μέτρα καὶ ἀποσβεννύμενον μέτρα» (απ.30) ήτοι: τον κόσμο αυτό τον ίδιο για όλους, ούτε κάποιος απ’ τους θεούς ούτε κάποιος απ’ τους ανθρώπους τον έφτιαξε, αλλά ήταν πάντα και είναι και θα είναι φωτιά ζώσα που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο.

Τα πιο πάνω αποσπάσματα αποτελούν το κέντρο της φιλοσοφίας του Ηράκλειτου. Και παρ΄ όλο που η ενέργεια, που την ονομάζει πυρ, είναι η γενεσιουργός αρχή των πάντων αλλά και το τέλος των πάντων, θεωρεί ότι η αιτία των πάντων είναι ο Λόγος. Και ο Λόγος του Ηράκλειτου είναι ο ρυθμός των πάντων και η αρμονία μέσα στην οποία κινείται όλο το σύμπαν. Για τον Ηράκλειτο δεν υπάρχει «είναι» αλλά «γίγνεσθαι». Το γίγνεσθαι  μπορεί να γίνει αντιληπτό από τον άνθρωπο μόνο με την έννοια του χρόνου και της μεταβολής. Και το πυρ, κατά τον Ηράκλειτο δημιουργεί, στην καθοδική του πορεία, ύλη και η ύλη έχει μάζα. Και αυτά τα τρία στοιχεία, ενέργεια, μάζα και χρόνος μπήκαν σε τάξη. Τάξη την οποία απεικόνισε ο Αϊνστάιν με την περίφημη εξίσωσή του 2500 χρόνια μετά.

Η φιλοσοφία του «είναι» των Ελεατών φιλοσόφων με τη σταθερή οντολογική της διάσταση, την οποία είχε διακηρύξει και ο Παρμενίδης, δεν έχει απέναντί της την φιλοσοφία του Ηράκλειτου, επειδή αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σαν φιλοσοφία του «γίγνεσθαι». Εντούτοις Ο Χέγκελ και ο Νίτσε θεωρούσαν σαν πρόδρομό τους τον Ηράκλειτο, επειδή ο φιλόσοφος υπονόησε ότι το «είναι» υπάρχει χάριν του «γίγνεσθαι». Παρόλα αυτά η πεμπτουσία, το Α και το Ω, της Ηρακλείτειας φιλοσοφίας είναι ο Λόγος.

Αυτό που μπορούμε να κατανοήσουμε είναι ότι ο Λόγος είναι η Αρχή που ρυθμίζει το σύνολο της αντιληπτής και μη αντιληπτής πραγματικότητας. Είναι ταυτόχρονα και η σχέση της αναλογίας που συνδέει τα πάντα, είναι δηλαδή το καθολικό ρυθμιστικό αίτιο του σύμπαντος. Ο Ηράκλειτος φαίνεται να ενεργεί σαν τον ενδιάμεσο μεταξύ του Λόγου και του ανθρώπου. Και μας λέει : οὐκ ἐμοῦ, ἀλλὰ τοῦ λόγου ἀκούσαντας ὁμολογεῖν σοφόν ἐστιν ἓν πάντα εἶναι, «Όχι εμένα αλλά το λόγο αφού ακούσετε, εί­ναι σοφό να ομολογήσετε ότι Ένα τα πάντα…» (απ. 50). Δηλαδή τα πάντα είναι και προέρχονται από το Ένα. Και το Ένα είναι αυτό που οι φυσικοί που μελετούν την δημιουργία του σύμπαντος δεν μπορούν ακόμα να προσδιορίσουν ούτε με τα πειράματα του CERN. Και από εκεί ξεκινά ο επιστημονικός εκνευρισμός τους. Και ο Ηράκλειτος, σκοτεινός και αλαζόνας δηλώνει: «φύσις κρύπτεσθαι φιλεῖ» η φύση αγαπάει να κρύβεται (απ. 123).

Το απόσπασμα αυτό έχει αποτελέσει στο παρελθόν μεγάλο πονοκέφαλο σε δύο από τους πιο σημαντικούς φιλόσοφους του 20ου αιώνα, τον Kirk και τον Heidegger. Το επίμαχο σημείο είναι η λέξη φύσις  και ο Kirk προσπαθεί να συλλάβει την έννοια natur που προτείνει ο Diels. Αλλά η λέξη natur δεν εμπεριέχει την αύξηση την οποία ευθέως εμπεριέχει η λέξη φύση που προέρχεται από το φύω και σημαίνει αυξάνω. Έτσι αφού δεν μπορεί να προσδιορίσει το γίγνεσθαι μέσα από την διαρκή κίνηση και μεταβολή της φύσης, προτείνει την ερμηνεία ότι φύσις είναι η πραγματική σύσταση ενός πράγματος. Ο Heidegger βρίσκεται πλησιέστερα στην κατανόηση της λέξης φύσις αφού την προσδιορίζει σαν έκφραση του «είναι» μέσα στο «φαίνεσθαι». Η δε ακροβατούσα φιλοσοφικά ερμηνεία του αποσπάσματος από τον Heidegger σαν «Το προβάλλειν παρέχει την εύνοιά του στο κρύπτεσθαι» σκοτεινιάζει ακόμα περισσότερο τον Σκοτεινό φιλόσοφο.

Και τους δύο τους προσπερνά ο Κώστας Αξελός που δεν χρειάζεται να προσδώσει καμιά ερμηνεία καθώς η γλώσσα και οι έννοιές της είναι οι ίδιες με του Ηράκλειτου και κατανοούνται το ίδιο. Αυτό, όμως, που συμπεραίνω διαβάζοντας πολλούς από τους μελετητές του αποσπάσματος αυτού, είναι ότι ναι μεν η φύση αποκαλύπτει πολλά στους ερευνητές της, αλλά πάντα θα αγαπάει να κρύβει κάτι, έστω και αν αυτό το κάτι είναι ο άυλος Λόγος. Και εφόσον ο Ηράκλειτος είναι βέβαιος ότι όλα είναι ένα και σε ένα όλα καταλήγουν, τότε δεν θα γνωρίσουμε ποτέ αυτό το ένα όπως γνωρίζουμε τη φύση που, όταν θέλει, αποκαλύπτεται.

β. Βασικοί νόμοι φύσης και ζωής

Ο βασικότερος φυσικός νόμος κατά τον Ηράκλειτο είναι αυτός της μεταβολής. Δεν υπάρχει σταθερότητα σε τίποτα και τα πάντα υπόκεινται σε αυτόν τον νόμο. Και το αίτιο αλλά ταυτόχρονα και αποτέλεσμα της συμπαντικής μεταβολής είναι το πυρ. Τα βασικότερα αποσπάσματα που καθορίζουν το πυρ σαν το στοιχείο της συμπαντικής μεταστοιχείωσης είναι: «πυρὸς τροπαὶ πρῶτον θάλασσα, θαλάσσης δὲ τὸ μὲν ἥμισυ γῆ, τὸ δὲ ἥμισυ πρηστήρ . . . θάλασσα διαχέεται καὶ μετρέεται εἰς τὸν αὐτὸν λόγον, ὁκοῖος πρόσθεν ἦν ἢ γενέσθαι γῆ» (απ.31) Μετατροπές της φωτιάς είναι πρώτα θάλασσα και το μισό της θάλασσας γη, το άλλο μισό σίφουνας … δια­χέεται η στεριά σε θάλασσα και η μάζα της διατηρείται στο ίδιο μέτρο της αναλογίας που ίσχυε πριν γίνει γη, και «πυρός τε ἀνταμοιβὴ τὰ πάντα καὶ πῦρ ἁπάντων ὅκωσπερ χρυσοῦ χρήματα καὶ χρημάτων χρυσός» (απ.90) δηλαδή τα πάντα ανταλλάσσονται με τη φωτιά και με τα πάντα η φωτιά ανταλλάσσεται, όπως ακριβώς τα πράγματα με το χρυσάφι και το χρυσάφι με τα πράγματα. Επομένως, κατά τον Ηράκλειτο το αείζωον πυρ, σαν εκδήλωση του Λόγου, αποτελεί τη κοσμολογική σταθερά που αέναα κινείται μεταμορφώνει και μεταμορφώνεται. Η δε φυσική ισορροπία αλλά και η εκδηλωμένη αρμονία προέρχονται από την φρόνηση του πυρός «φρόνιμον (εἶναι) τὸ πῦρ» (απ. 64α).

Το αέναο γίγνεσθαι για τον Ηράκλειτο εκδηλώνεται μέσα από την κίνηση και όταν μας λέει ότι δεν μπορούμε να διαβούμε τον ίδιο ποταμό δύο φορές μας δηλώνει ότι αυτή η συνεχής ροή των υδάτων, που συνεχώς ανανεώνονται, είναι η ένδειξη της μεταβολής. Επομένως τίποτα δεν μένει σταθερό και όλα μεταβάλλονται μέσα από την αέναη κίνηση την οποία ο Ηράκλειτος την έβλεπε σαν μία αιώνια πάλη των αντιθέτων. Και οι αντίθετες αρχές, η εναντιοδρομία, έχουν αποτέλεσμα την αρμονία την οποία ευθέως αντιλαμβάνεται το λογικό μας.

Οι μεταφυσικές και ιδεαλιστικές αντιλήψεις λείπουν από τον φιλόσοφο. Ωστόσο, και ιδιαίτερα σε σχέση με την πάλη των αντιθέσεων που έχει σαν αποτέλεσμα την ζωή και την αρμονία, ψηλαφούμε μία σημαντική επίδραση της ανατολικής φιλοσοφίας και ιδιαίτερα με το Jin και το Jiang. Επίσης η ψηλάφηση αυτή μας δείχνει και την ζωροαστρική δοξασία για το αιώνιο Πυρ από το οποίο τα πάντα προέρχονται και τα πάντα σε αυτό καταλήγουν. Κανείς δεν είναι σίγουρος αν ο Ηράκλειτος, μέσα στην απέραντη πολυμάθειά του, γνώριζε τις αρχές αυτές. Περισσότερο μοιάζουν με αρχέγονες γνώσεις που αποκαλύπτονται μόνο σε αυτούς που μπορούν να τις κατανοήσουν.

Η σχετικότητα στον Ηράκλειτο γίνεται εμφανής με το απόφθεγμα «τα πάντα ρει» (αυτό μας το διασώζει ο Πλάτωνας και δεν περιλαμβάνεται στα αποσπάσματα του έργου του που έχουν διασωθεί). Το απόφθεγμα αυτό όχι μόνο συνάδει με την όλη φιλοσοφική αντίληψη του Ηράκλειτου, αλλά αποτελεί το ουσιώδες επεξηγηματικό στοιχείο του αιώνιου γίγνεσθαι. Άλλωστε αυτό που μας υποδεικνύει είναι ο Λόγος που το σύμπαν ρυθμίζεται με εσωτερικό ρυθμό και αρμονία, μέσα στις αντίρροπες δυνάμεις που το διέπουν, και μας επισημαίνει την διαρκή κίνηση. Ο κόσμος του Ηράκλειτου είναι άναρχος, άπειρος, που ρυθμίζεται μόνος του και που αυτομεταβάλλεται μέσα από την αρμονία που παράγουν οι αντιθέσεις του. Αποτελεί μία ενότητα σε διαρκή κίνηση. Η δημιουργία εμπεριέχει κίνηση και μεταβολή με την αλληλεπίδραση των μερών που την συνιστούν χάρις της ισορροπίας του συνόλου. Όσον αφορά, δε, στην ύλη/ενέργεια, αυτή είναι μόνο το πυρ από το οποίο προέρχονται τα πάντα. Όπως διαπιστώνουμε, στον Ηράκλειτο, δεν υπάρχει καμία θρησκευτική θεώρηση που παραδοσιακά μονοπωλούσαν την δημιουργία και την ύπαρξη.

γ. Ο πόλεμος-πάλη των αντιθέτων

«πόλεμος πάντων μὲν πατήρ ἐστι, πάντων δὲ βασιλεύς, καὶ τοὺς μὲν θεοὺς ἔδειξε τοὺς δὲ ἀνθρώπους, τοὺς μὲν δούλους ἐποίησε τοὺς δὲ ἐλευθέρους» (απ. 53)

Ο πόλεμος είναι η γενεσιουργός των πάντων. Αλλά ποιος πόλεμος; Η πλησιέστερη προς την σημαίνουσα έννοια που εκφράζει ο Ηράκλειτος με τη λέξη πόλεμος είναι η πάλη των αντιθέτων και η εξ αυτής αρμονία. Το κοσμικό μοντέλο στο μυαλό του δεν μπορεί να σταθεί χωρίς αυτή την πάλη, την σύγκρουση, την σύνθεσή τους και την παραγόμενη αρμονία. Η σύνθεση των αντιθέτων είναι η ίδια η ζωή και το αίτιο του κάλους  «τὸ ἀντίξουν συμφέρον . . . ἐκ τῶν διαφερόντων καλλίστην ἁρμονίην» (απ. 8). Στη φύση τα αντίθετα είναι αυτά που δημιουργούν τον κόσμο. Μόνο η ένωση του αρσενικού με το θηλυκό, του σπερματοζωαρίου με το ωάριο παράγουν ζωή.

Η συμπαντική διάσταση του πολέμου/πάλης μας δίνει και το μέτρο της δικαιοσύνης. Της δικαιοσύνης που εκπορεύεται από τον Λόγο, και στο μέτρο που από τα αντίθετα παράγεται η αρμονία, αποτελεί την αναγκαιότητα της δημιουργίας. Εάν συσχετισθούν τα αποσπάσματα «τα πάντα ρει» και «πόλεμος πατήρ πάντων»  το αβίαστο συμπέρασμα είναι ότι μας αποκαλύπτεται η αιώνια κίνηση δηλαδή το αέναο «γίγνεσθαι». Η ίδια διαλεκτική κίνηση/αντίθεση υπάρχει μέσα σε κάθε τι σαν ουσία του παντός. Ακόμα και οι αιώνιες αξίες τις οποίες αντέκρουσε ο Ηράκλειτος (του αιώνιου ιερού, κάλους, δικαίου και αγαθού) υπάρχουν μόνο μέσα στη σχετικότητά τους.

δ. εναντιοδρομία

Η πάλη των αντιθέτων και η εξ αυτής παραγόμενη αρμονία παράγει την έννοια της εναντιοδρομίας. Αυτό που συμβαίνει στη φύση δεν θα μπορούσε να μην συμβαίνει και μέσα στον άνθρωπο. Ο πόλεμος/πάλη συμβαίνει, κατά τον Καρλ Γιούνγκ από την ύπαρξη συνειδητού και ασυνείδητου. Η δε αρμονία  του συνειδητού -που χαρακτηρίζεται από τον ορθό λόγο-, και του ασυνείδητου –με τα αρχέτυπα και ορμέφυτα χαρακτηριστικά του- έχει σαν αποτέλεσμα την ψυχική ισορροπία του ανθρώπου. Ο Ε. Κουσιάδης σε παλαιότερο άρθρο του στο περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ γράφει εύστοχα: «Σκοπός, λοιπόν, της Εναντιοδρομίας είναι η ισορροπία των δύο αυτών αντίθετων πόλων. Ειδικά στη σύγχρονη εποχή και στο επίπεδο που βρίσκεται ο σημερινός πολιτισμός, ο άνθρωπος μοιάζει πιο διχασμένος, πιο διασπασμένος από ποτέ. Και όταν η αρμονία των αντιθέτων διαταράσσεται, η εύθραυστη ψυχική ισορροπία κλονίζεται και καταρρέει. Κανένας πολιτισμός δεν μπορεί να είναι βιώσιμος, όταν αναπτύσσεται προς μία μόνο κατεύθυνση».

Μπορεί η έννοια της εναντιοδρομίας να αποτέλεσε βασικό στοιχείο της φιλοσοφίας και της ψυχαναλυτικής επιστήμης που εδραίωσε ο Καρλ Γιούνγκ, αλλά στην ουσία το αξίωμα αυτό έχει συμπαντική εφαρμογή, όπως ακριβώς το είχε στοχαστεί ο Ηράκλειτος. Η ανηφόρα και η κατηφόρα είναι ο ίδιος δρόμος «ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ωὑτή» (απ. 60).

ε. αυτογνωσία

Η αυτογνωσία στον Ηράκλειτο είναι τόσο σημαντική όσο και το πυρ. Το περίφημο «Γνῶθι σ΄αὐτόν» αποτελεί βασική υπαρξιακή προϋπόθεση του φιλόσοφου που μας λέει: «ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν» (απ. 101) ερεύνησα τον εαυτό μου. Η μεγαλειώδης όσο και ταπεινά δηλούμενη αυτοέρευνα είναι η απαρχή της αναζήτησής του.  Και από εκεί, έχω την πεποίθηση ότι ξεκινά όλη η ερευνητική, νοητικά στοχαστική, ερευνητική του πορεία. Έτσι αποκτά το δικαίωμα να μας επισημάνει αυτά που ανακάλυψε μέσα του. Κατ΄ αρχάς έχει καταλήξει στο ότι «ἀγαθὸν καὶ κακὸν ‹ἕν καὶ ταὐτό›» (απ. 58). Οι έννοιες του καλού και του κακού, ακολουθώντας την Ηράκλειο σχετικότητα, μπορούν να έχουν νοηματοδότηση μόνο σε σχέση με αυτό ή αυτόν που υπόκειται στο καλό και το κακό. Και αυτό συμβαίνει επειδή «τῷ μὲν θεῷ καλὰ πάντα καὶ ἀγαθὰ καὶ δίκαια, ἄνθρωποι δὲ ἃ μὲν ἄδικα ὑπειλήφασιν ἃ δὲ δίκαια» (απ. 102) για το θεό όλα τα πράγµατα είναι όµορφα, αγαθά και δίκαια· αλλά οι άνθρωποι µερικά πράγµατα θεωρούν άδικα και άλλα δίκαια. Και μας επισημαίνει ότι «ἦθος γὰρ ἀνθρώπειον μὲν οὐκ ἔχει γνώμας, θεῖον δὲ ἔχει» (απ. 78) το ανθρώπινο ον δεν κατέχει την αληθινή γνώση, αλλά το θείο την κατέχει. Άρα αυτό που οφείλουμε να αποκτήσουμε μέσα από την αυτογνωσία είναι η συνειδητοποίηση ορισμένων αρχών που θα βοηθήσουν στην κοινωνική συμβίωση και θα καλυτερέψουν τη ζωή μας. Εάν, λοιπόν, συνειδητοποιήσουμε ότι «ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων» (απ. 119) ο χαρακτήρας του ανθρώπου, είναι ο δαίµονας του, ότι ο «βλὰξ ἄνθρωπος ἐπὶ παντὶ λόγω ἐπτοῆσθαι φιλεῖ» (απ. 87) ο βλάκας μπροστά σε κάθε λόγο αγαπά να τροµάζει, ότι «ἀνθρώποισι πᾶσι μέτεστι γινώσκειν ἑωυτοὺς καὶ σωφρονεῖν ἀξύνετοι ἀκούσαντες κωφοῖσιν ἐοίκασι· φάτις αὐτοῖσιν µαρτυρεῖ παρεόντας ἀπεῖναι» (απ. 116) όταν ακούν δεν καταλαβαίνουν και γι’ αυτό μοιάζουν µε κουφούς, σ’ αυτούς ταιριάζει η παροιµία: παρόντες απουσιάζουν, και ότι «συντοµωτάτην ὁδὸν ἔλεγεν εἰς εὐδοξίαν τὸ γενέσθαι ἀγαθὸν» (απ. 135) ο συντοµότερος δρόµος για ν’ αποκτήσεις καλή φήµη είναι το να γίνεις καλός, τότε θα αποκτήσουμε φρόνηση.

Αλλά τι είναι η φρόνηση για τον Ηράκλειτο;  «σωφρονεῖν ἀρετὴ μεγίστη, καὶ σοφίη ἀληθέα λέγειν καὶ ποιεῖν κατὰ φύσιν ἐπαίοντας» (απ. 112) η σωφροσύνη είναι μεγάλη αρετή όπως και η σοφία του να λες πάντα τα αληθή και να πράττεις σύμφωνα με τη φύση ακούγοντάς την. Και συνεχίζει «οὐ γὰρ φρονέουσι τοιαῦτα πολλοί, ὁκόσοι ἐγκυρεῦσιν, οὐδὲ µαθόντες γινώσκουσιν, ἑωυτοῖσι δὲδοκέουσι» (απ. 34) γιατί δε σκέφτονται οι πιο πολλοί απ’ τους ανθρώπους, πάνω σ’ αυτό που συναντούν, ούτε κι όταν το μάθουν, το γνωρίζουν, αλλά το φαντάζονται. Και μας φωνάζει ότι «ξυνόν ἐστι πᾶσι τὸ φρονεῖν» (απ. 17) η φρόνηση είναι κοινή σ’ όλους, και «ἀνθρώποισι πᾶσι μέτεστι γινώσκειν ἑωυτοὺς καὶ σωφρονεῖν» (απ. 116)  σ’ όλους τους ανθρώπους έχει δοθεί η αυτογνωσία και η σωφροσύνη.

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι με τόσα καθαρά και απείρως λογικά αποσπάσματα που έχουν διασωθεί σχετικά με την αυτογνωσία και τον άνθρωπο πως είναι δυνατόν να αποκαλείται ο Ηράκλειτος σκοτεινός. Ίσως γιατί η αλήθεια είναι τόσο φωτεινή που αποστρέφουμε το πρόσωπό μας απ΄ αυτήν και κοιτάμε εμείς το σκοτάδι, μέσα στο οποίο όλα είναι σκοτεινά. Άλλωστε ο ίδιος μας δηλώνει «Ἄνθρωποι κακοὶ ἀληθινῶν  ἀντίδικοι» (απ.133)  οι κακοί άνθρωποι είναι  εχθροί εκείνων που λένε την  αλήθεια. Και εν κατακλείδι μας προσγειώνει λέγοντάς μας ότι τα πάντα είναι, τελικά, κατάθεση ψυχής «θυμῷ μάχεσθαι χαλεπόν· ὅ,τι γὰρ ἂν θέλῃ, ψυχῆς ὠνεῖτει» (απ. 85) είναι δύσκολο να πολεμήσει κα­νείς ενάντια στην καρδιά του, γιατί καθετί που ποθεί, το αγοράζει δίνοντας γι’ αντάλλαγμα την ψυχή του.

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Μένει κανείς έκπληκτος από την διαχρονικότητα της φιλοσοφίας του Ηράκλειτου. Το πόσο σύγχρονος φαντάζει είναι αυτονόητο. Το πόσο θα διαρκέσει η φιλοσοφική του θεώρηση είναι ταυτόσημο με την ύπαρξη του κόσμου έστω και αν ο κόσμος διαρκέσει περισσότερο από τον άνθρωπο. Ο Ηράκλειτος προσπάθησε, και σίγουρα ακόμα προσπαθεί, να αφυπνίσει τον άνθρωπο. Προσπαθεί να του πει για την μεγάλη αλήθεια, τον απρόσιτο Λόγο, που διέπει τα πάντα. Εξ’ Ενός τα Πάντα και τα Πάντα Εν. Και το Εν αυτό δεν είναι η Θεότητα που πρεσβεύει ο  Ξενοφάνης αλλά μία νοητή, ακατάληπτη Αρχή, ο Λόγος. Είναι πασιφανές ότι δεν ευθύνεται ο Ηράκλειτος για την δυσκολία που έχει ο άνθρωπος να κατανοήσει τα λόγια του, αλλά υπεύθυνη είναι η αδυναμία του ανθρώπου να κατανοήσει τον Λόγο. Και αυτός ο Αιώνιος Λόγος του Ηράκλειτου είναι απείρως απροσδιόριστος αλλά και απείρως νοητός.

Η περί της ψυχής φιλοσοφική θεώρηση του Ηράκλειτου μας οδηγεί σε βαθύτατες ερμηνευτικές ακροβασίες. Θα ήταν, επομένως, αδόκιμο να ασχοληθεί κανείς -έστω και επιγραμματικά- στα περί ψυχής μιας και αποτελεί ένα ζήτημα όπου απαιτείται ιδιαίτερη γνώση, εξωτερική και εσωτερική.  Επιφυλάσσομαι. Πάντως στο απόσπασμα 77 ο Ηράκλειτος μας δηλώνει με βεβαιότητα ότι οι ψυχές νοιώθουν μεγάλη ικανοποίηση που έρχονται στη ζωή και πως εμείς ζούμε από το θάνατο των ψυχών, κι αυτές ζουν από το θάνατο μας.

Η παράθεση των κατωτέρω αμετάφραστων αποσπασμάτων σκοπεύει να δείξει τη διαχρονικότητα της φιλοσοφίας του Ηράκλειτου, αλλά και την συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, μέσα από την οποία -ίσως- ο Έλλην φιλόσοφος να μην είναι τόσο σκοτεινός.

  • Απ. 41 «εἶναι γὰρ ἓν τὸ σοφόν, ἐπίστασθαι γνώμην, ὁτέη ἐκυβέρνησε πάντα διὰ πάντων»
  • Απ. 66 «πάντα γὰρ τὸ πῦρ ἐπελθὸν κρινεῖ καὶ καταλήψεται»
  • Απ. 44 «μάχεσθαι χρὴ τὸν δῆμον ὑπὲρ τοῦ νόμου ὅκωσπερ τείχεος»

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

-Ζαν Μπράν «Ηράκλειτος» μετάφραση Πόλυ Γκίκα, εκδόσεις «ΠΛΕΘΡΟΝ»

– Κώστας Αξελός «Ο Ηράκλειτος και η φιλοσοφία», εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ 1976

-Richard Geldard «Ηράκλειτος-ο σκοτεινός φιλόσοφος», εκδόσεις ΑΡΧΕΤΥΠΟΝ 2003

ΣΠΥΡΟΣ Ν. ΖΩΪΔΗΣ

Αναρτήθηκε από: spzoidis | 03/10/2016

ΟΙ ΝΑΪΤΕΣ ΙΠΠΟΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

ΟΙ ΝΑΪΤΕΣ ΙΠΠΟΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 

 

Η παρουσία των Ναϊτών στην Ελλάδα, αν και ιστορικά πλήρως αποδεδειγμένη, δεν είναι γνωστή. Πέρα από τις αναφορές που υπάρχουν στα <Χρονικά του Μωρέως>, και όσο αυτά είναι γνωστά στο κοινό, οι αναφορές για τους Ναϊτες  στην ελληνική βιβλιογραφία είναι σπάνιες. Η παρουσία τους θεωρείται μικρής σημασίας από τους Έλληνες ιστορικούς, οι οποίοι την εντάσσουν στο κεφάλαιο της Φραγκοκρατίας. Είναι σημαντικό να τονιστεί η ταύτιση των Ναϊτών με τους Φράγκους από τον ντόπιο πληθυσμό και η συνολική αντιμετώπισή τους σαν κατακτητές και όργανα του Πάπα.

Η παρουσία και δράση των Ναϊτών στην Ελλάδα είναι ενδεικτική αφενός για την διασπορά του Τάγματος σε όλη την Ευρώπη και ιδιαίτερα στους τόπους όπου η Παπική παρουσία και επιρροή υπήρχε, και αφετέρου για τον θετικό ή αρνητικό ρόλο που διεδραμάτησαν σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα μοναστικά τάγματα       (Οσπιταλιέρους και Τεύτονες) και τους κατακτητές Φράγκους. Δεν συνάγεται από πουθενά ότι οι Ναΐτες είχαν σκοπούς κατακτητικούς εναντίον των χριστιανών κατοίκων της Ελλάδας και δεν χρειάστηκε, εκτός ελάχιστων περιπτώσεων, να πολεμήσουν εναντίον τους ούτε και να οχυρώσουν τις θέσεις τους. Η δε περιουσία που απέκτησαν και διαχειρίστηκαν για περίπου 100 χρόνια, τους παραχωρήθηκε σαν αμοιβή για την βοήθεια που προσέφεραν, περισσότερο, στην 4η σταυροφορία και για την εν γένει προσφορά τους ιδιαίτερα στον εκάστοτε πάπα. Άλλωστε διάνυαν τον δεύτερο και σημαντικότερο αιώνα της ύπαρξής τους και η δύναμή τους βρισκόταν στο απόγειό της. Τα προνόμια που απέκτησαν αμέσως μετά την εγκατάστασή τους στον Ελλαδικό χώρο ήταν τα ίδια που αποκτούσαν παντού στην υπόλοιπη Ευρώπη. Απαλλαγή από φόρους και από τυπικές, αστυνομικού χαρακτήρα, στρατιωτικές υποχρεώσεις. Είχαν όμως καθήκον να παρέχουν στρατιωτικές υπηρεσίες όταν το απαιτούσαν οι συνθήκες και να λαμβάνουν μέρος στα τοπικά συμβούλια και δικαστήρια.

Από τα ιστορικά ντοκουμέντα όπου καταγράφεται, και έτσι αποδεικνύεται, η παραχώρηση περιουσιακών στοιχείων στους Ναϊτες ή η ανάκληση των παραχωρητηρίων αυτών σε συνδυασμό με τις αιτίες των συναλλαγών αυτών, συνάγουμε ασφαλή συμπεράσματα για την συνολική παρουσία και δράση τους στην Ελλάδα καθώς και την ιστορική σημασία αυτής της παρουσίας.

Η γεωγραφική διασπορά των Ναϊτών στον σημερινό Ελληνικό χώρο ήταν στην Πελοπόννησο, κατά κύριο λόγο, στην περιοχή της Λαμίας και της Θήβας και σε μικρότερο βαθμό στην περιοχή της Χαλκίδας.

Οι ιδιοκτησίες που απέκτησαν οι Ναΐτες στον Ελλαδικό χώρο ξεκινούν, χρονικά, από το 1204 και τερματίζονται περίπου το 1306.

Η συμμετοχή των Ναϊτών στην 3η  αλλά ιδιαίτερα στην 4η σταυροφορία και η συνεισφορά τους στην κατάληψη της Κωνσταντινούπολης την 13η Απριλίου 1204 ήταν σημαντική. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι την αποστολή των πολύτιμων δώρων που έστειλε μετά την άλωση ο Βαλδουίνος της Φλάνδρας, ο κατακτητής και πρώτος Λατίνος αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης (1204-1206), στον Πάπα Ιννοκέντιο τον Γ΄ την ανέθεσε στον Ναΐτη Ιππότη Μπαρόζι.  Το γεγονός ότι ο Βαλδουίνος της Φλάνδρας είχε έναν Ναΐτη στον οποίο εμπιστεύθηκε την αποστολή τόσων πολυτίμων δώρων στον Πάπα Ιννοκέντιο τον Γ΄ αποδεικνύει την σημαντική συμμετοχή του Τάγματος στην 4η σταυροφορία και την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης.

Ακολουθώντας τον χρονολογικά κατανεμημένο κατάλογο και την συνοπτική ιστορία των περιουσιών που έλαβαν, διαχειρίστηκαν ή επέστρεψαν στους δωρητές τους οι Ναϊτες, έχουμε μία αρκετά σαφή εικόνα της παρουσίας τους στον Ελλαδικό χώρο.

Πρώτη ιδιοκτησία είναι η περιοχή Σατάλια στην Εύβοια (Satalia-Negroponte) η οποία κληροδοτήθηκε στους Ναΐτες από τον Ζακ ντ΄Αβάνς της Φλάνδρας ο οποίος την είχε κατακτήσει στο τέλος του 1204 και του παραχωρήθηκε από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Βαλδουίνο της Φλάνδρας λίγο πριν τον θάνατό του στις αρχές Απριλίου του 1205. Ο  Ζακ ντ΄Αβάνς της Φλάνδρας, μη έχοντας άλλους κληρονόμους, κληροδοτεί το 1207 την περιοχή γύρω από την Χαλκίδα στους Ναΐτες και η παραχώρηση αυτή επιβεβαιώθηκε από τον πάπα Ιννοκέντιο τον Γ΄ την 31η Οκτωβρίου 1208. Μετά τον θάνατο του Ζακ ντ΄Αβάνς της Φλάνδρας ο Βονιφάτιος ο Μομφερατικός διαίρεσε την Εύβοια σε τρία φέουδα το βόρειο που παραχωρήθηκε στον Πεγκοράτο ντέι Περγκροάρι , το κεντρικό που παραχωρήθηκε στον Ραβάνο ντέλε Κάρτσερι και το νότιο για το οποίο δεν υπάρχουν –μέχρι στιγμής- στοιχεία. Έτσι, ναι μεν, η περιουσία των Ναϊτών ήταν κάτω από την κυριαρχία του εκάστοτε διοικητή του κεντρικού τμήματος, αλλά η νομή τους ανήκε, μιας και η παρουσία τους εκεί ήταν και σημαντική και ωφέλιμη για τον εκάστοτε διοικητή. Είναι χαρακτηριστικό της νότιας Εύβοιας οι πύργοι επικοινωνίας των Φράγκων με σήματα από φωτιά και κάτοπτρα που εκτείνονται από την Κάρυστο μέχρι και την Χαλκίδα. Η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής στην πόλη της Χαλκίδας, έργο του Ιουστινιανού, ξανακτίστηκε το 1204-1205 από τους Ναΐτες οι οποίοι την χρησιμοποιούσαν και την διαχειρίζονταν κατά την παραμονή τους εκεί. Στα υπόγεια της εκκλησίας υπήρχε παλαιότερα κρύπτη, εάν υπάρχει ακόμη τώρα αυτή δεν είναι προσβάσιμη, όπου υπήρχαν και οι τάφοι αρκετών φράγκων και, ίσως, Ναϊτών.

Η επόμενη σημαντική ιδιοκτησία των Ναϊτών στην περιοχή της Λαμίας έχει ενδιαφέροντα στοιχεία. Ο Βονιφάτιος ο Μομφερατικός, ένας εκ των αρχηγών της 4ης σταυροφορίας, μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης προχώρησε δυτικά και κατέλαβε την Θεσσαλονίκη έχοντας συμμάχους στο πλευρό του τους Λομβαρδούς Αμέντιε ντε Ποφόι και Γκουϊντο Πελλαβιτσίνο καθώς και ένα σώμα Ναϊτών. Στη συνέχεια διείσδυσε στην Θεσσαλία όπου και εγκαταστάθηκε για αρκετό καιρό.  Τον Σεπτέμβριο του 1207  ο Βονιφάτιος ο Μομφερατικός  σκοτώθηκε και άφησε διάδοχό του έναν ανήλικο γιό και διαχειριστές της περιουσίας του τους Λομβαρδούς συμμάχους του. Ο διαχειριστής Γκουϊντο Πελλαβιτσίνο, εκτελώντας προφανώς εντολή του Βονιφάτιου, παραχωρεί στους Ναΐτες την Λαμία ( Sydoni) και νοτιότερα την Ραβέννικα. Στην Ραβέννικα το 1210 υπεγράφη μία συνθήκη, η οποία υπαγορεύτηκε από τον πάπα και τους επισκόπους του, ώστε όλες οι κτήσεις των Φράγκων στην Ελλάδα να υπαχθούν στο Βατικανό μέσω του Λατίνου Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Την συνθήκη αυτή δεν την υπέγραψε μόνο ο Γοδεφρίδος Βιλεαρδουίνος επιτηρητής του Μωρηά. Η χήρα του Βονιφάτιου Μαργαρίτα της Ουγγαρίας σαν επίτροπος του ανήλικου γιου της, υποκινούμενη από τους Λομβαρδούς διαχειριστές και τους Ναΐτες, προβάλει αξιώσεις ανεξαρτητοποίησης των εδαφών που κατείχε ο Βονιφάτιος, από την κυριαρχία του Βυζαντίου όπου πλέον αυτοκράτορας είναι ο Ερρίκος (1206-1216). Οι Ναΐτες συμμετείχαν στον πόλεμο εναντίον του βασιλείου της Θεσσαλονίκης στο πλευρό των Βονιφατικών και ιδιαίτερα εναντίον του Αμαντέο ντε Μπούφα και του κόμη Ράινερ ντε Τραβάλια στον οποίο ο Λατίνος αυτοκράτορας Ερρίκος είχε υποσχεθεί να του παραδώσει το κάστρο της Λαμίας και τις υπόλοιπες ιδιοκτησίες των Ναϊτών. Ο Ερρίκος για να επιβάλει την κυριαρχία του επανακτά την Θεσσαλονίκη τον Δεκέμβριο του 1208 και τον Ιανουάριο του 1209 κατάσχει τις περιοχές Λαμίας και Ραβέννικας από τους Ναϊτες εκτός από το κάστρο, σαν τιμωρία για την συμμετοχή τους στα σχέδια των διαδόχων του Βονιφάτιου του Μομφερατικού. Οι  Ναΐτες που τους υποστήριζαν οι Βουργουνδοί βαρόνοι των ανωτέρω περιοχών, επικαλούμενοι την στρατιωτική βοήθειά τους,  προσπάθησαν, ιδιαίτερα μέσω του Πάπα  Ιννοκεντίου του Γ΄ να επανακτήσουν τις περιοχές της Λαμίας, όπου ισχυρίζονταν λανθασμένα ότι έκτισαν το κάστρο της, το οποίο υπήρχε από την ακμή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, και τη Ραβέννικα  χωρίς αποτέλεσμα.

 

παρουσία των Ναϊτών, στις περιοχές που αναφέρθηκαν πιο πάνω, διήρκεσε μόνο 35-36 χρόνια. Δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία για την περίοδο μετά το 1250 περίπου όπου τη θέση των Βουργουνδών στην κεντρική Ελλάδα καταλαμβάνουν οι Καταλανοί.

Σε αντιστάθμισμα των εδαφών που έχασαν στην Φωκίδα οι Ναΐτες, ο πάπας Ιννοκέντιος ο Γ΄ τους παραχώρησε το μοναστήρι του Αγίου Λουκά και την γύρω περιοχή κοντά στη αρχαία Θήβα και την οικία Φιλοκαλία στην Θεσσαλονίκη. Επιπλέον ο Λατίνος επίσκοπος των Θηβών τους παραχώρησε τους κήπους αναψυχής της πόλης. Υπάρχουν, επίσης,  λίγα στοιχεία όπου η περιοχή του σημερινού Ωροπού και ιδιαίτερα η οχυρωμένη θέση Συκάμινο, αναφερόμενη σαν περιοχή Ρούπε, με τα γύρω εδάφη της παραχωρήθηκε στους Ναΐτες από τους Ρολαντίνο και Αλμπερτίνο της Κανόσα και η παραχώρηση επιβεβαιώθηκε από τον πάπα Ιννοκέντιο τον Γ΄.

Η εκκλησία του Αγίου Λουκά κτίστηκε πάνω στο νεκροταφείο της αρχαίας Θήβας και ιδιαίτερα πάνω στους τάφους των αρχαίων Θηβαίων που έπεσαν στις μάχες εναντίον του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Εκεί πέθανε ο Άγιος Λουκάς  ο Ευαγγελιστής και στην εκκλησία υπάρχουν ακόμη και σήμερα λίγα τεμάχια από τα λείψανά του. Οι Ναΐτες μετέφεραν τα οστά του Αγίου Λουκά στην Ναϊτική εκκλησία της Πάδουας στην Ιταλία όπου υπάρχουν μέχρι και σήμερα. Οι Ναΐτες ίδρυσαν στρατόπεδο και χρησιμοποιούσαν την εκκλησία του Αγίου Λουκά. Υπάρχουν, επίσης, γραπτές αναφορές και στοιχεία για μια μικρή εκκλησία της Αγίας Μαρίας της Κλεισούρας, που βρισκόταν στο δρόμο για τη Βοδονίτσα κοντά στη Θήβα, η οποία  δόθηκε στους Ναΐτες από τον βαρόνο Γκουίντο που όμως δεν υπάρχει πλέον.

Είναι αξιοσημείωτο ότι διάφορες μικρές ιδιοκτησίες σε Εύβοια, Αττική και Πελοπόννησο παραχωρήθηκαν στους Ναΐτες και οι παραχωρήσεις αυτές επικυρώθηκαν όλες από τον πάπα Ιννοκέντιο τον Γ΄ την περίοδο 1209-1210. Αυτές είναι, η οικία Λάγκναν και η οικιστική περιοχή  Οιζπάρις στην Εύβοια που παραχωρήθηκαν από τον ευγενή Ραβάννο. Οι οικιστικές περιοχές στην Πελοπόννησο α)Λαφουστάν ή Λουφεστάν που παραχωρήθηκε από τον Γκυγιώμ ντε Σαμπλίτ β)Παζαλάν που παραχωρήθηκε από τον ευγενή Γουίλιαμ ντε Ρέσι και γ)Παλιόπολιν (Παλαιόπολις) που παραχωρήθηκε από τον Ούγκο της Μπεζανσόν. Οι δύο τελευταίες εκτός από την επικύρωση του πάπα είχαν και την επικύρωση του Πρίγκιπα της Αχαΐας Γοδεφρίδου Βιλεαρδουίνου. Πέραν αυτών έχει καταγραφεί η παραχώρηση στους Ναΐτες μερικών χωριών, αρκετών καλλιεργησίμων κτημάτων, της εκκλησιαστικής ιδιοκτησίας του Γηροκομείου και της μικρής μονής Προβατά κοντά στην Πάτρα. Το Γηροκομείο και η μονή Προβατά  ήταν τα πρόχειρα καταλύματα των Ναϊτών στην περιοχή της Πάτρας. Και οι δύο ιδιοκτησίες αυτές ήταν σε διαρκή αμφισβήτηση και διεκδίκηση από τον Λατίνο επίσκοπο της Πάτρας.

Παρουσία των Ναϊτών στην περιοχή των Αθηνών δεν φαίνεται να αποδεικνύεται από έγγραφα αλλά υπάρχουν κάποιες αναφορές για το βυζαντινό παρεκκλήσι της μονής στο Δαφνί, λίγο έξω από την Αθήνα, και ένα παρεκκλήσι σε κατοικία στο κέντρο της Αθήνας όπου οι διερχόμενοι Ναΐτες χρησιμοποιούσαν σαν άσυλο.

Η σημαντικότερη παρουσία των Ναϊτών στον Ελλαδικό χώρο ήταν στην Πελοπόννησο. Το πριγκιπάτο της Αχαΐας, όπως ονομάστηκε η Πελοπόννησος – και κατά τους Φράγκους Μωρηάς- προήλθε  από την κατάτμηση και διανομή του Ελλαδικού χώρου, που έγινε μεταξύ των Φράγκων και των Βενετών τον Οκτώβριο του 1204 αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Πολλοί ιστορικοί ισχυρίζονται ότι το πριγκιπάτο της Αχαΐας αποτελούσαν οι περιοχές της σημερινής Αχαΐας και της Ηλείας. Η πλέον αξιόπιστη ιστορική πηγή  για την περίοδο αυτή είναι το περίφημο Χρονικό του Μωρέως, το οποίο γράφτηκε στην Ελληνική, Ιταλική, Γαλλική και Αραγωνική γλώσσα  περίπου έναν αιώνα μετά τα ιστορικά γεγονότα που περιγράφει. Μόνον όμως τα κείμενα της Ελληνικής και της Γαλλικής έκδοσης συμπίπτουν μεταξύ τους και οι ιστορικοί δέχονται περισσότερο αυτά σαν ιστορική πηγή.   

Πρώτος κατακτητής της Πελοποννήσου ήταν ο Γκυγιώμ ντε Σαμπλίτ (1204-1209) ο οποίος πολύ σύντομα ονομάστηκε από τον Ιννοκέντιο τον Γ΄ Πρίγκιπας της Αχαΐας και στον οποίο οφείλεται η πρώτη οργάνωση του πριγκιπάτου. Φερόμενος ευγενικά και διατηρώντας τα σχετικά προνόμια των  κατοίκων δεν  έθεσε σε ενέργεια το σχέδιο του πάπα για πλήρη απορρόφηση και υποταγή των ορθοδόξων Ελλήνων από το Βατικανό. Το 1209 ο Σαμπλίτ και λίγο πριν την οριστική αναχώρησή του για την Βουργουνδία, τοποθέτησε τον Γοδεφρίδο Βιλεαρδουίνο πρόεδρο μιας επιτροπής έργο της οποίας ήταν η κατάτμηση της Πελοποννήσου σε φέουδα. Η επιτροπή απαρτίζονταν από δύο καθολικούς επισκόπους και τέσσερις Έλληνες, γνώστες των περιοχών της Πελοποννήσου. Η επιτροπή συνήλθε στην Ανδραβίδα της Ίλιδας, την οποία ο Γοδεφρίδος Βιλεαρδουίνος χρησιμοποιούσε σαν πρωτεύουσα του πριγκιπάτου της Αχαΐας , και χώρισε την Πελοπόννησο σε δώδεκα Βαρονίες και τις Βαρονίες σε φέουδα. Από τα φέουδα που δημιουργήθηκαν ο Βιλεαρδουίνος, όπως αναφέρει και το Χρονικό του Μωρέως  παραχώρησε τέσσερα στους Ναΐτες για να σηκώνουν τα λάβαρα. Η φράση για να σηκώνουν τα λάβαρα έμμεσα αλλά σαφέστατα υπονοεί για να παρέχουν, σαν αντάλλαγμα, τις στρατιωτικές υπηρεσίες τους. Πλέον αυτών ο Βιλεαρδουίνος δώρισε στους Ναΐτες –άρα από ποια υποχρέωση;- άλλα τέσσερα φέουδα στην Ίλιδα  από εκείνα που του είχε κληρονομήσει ο Σαμπλίτ πριν την αναχώρησή του.

Η αρνητική θέση του Γοδεφρίδου Βιλεαρδουίνου στην απόφαση του πάπα να θέση υπό την επιρροή του όλους τους ορθοδόξους της Ελληνικής επικράτειας και η μη υπογραφή από αυτόν της συνθήκης της Ραβέννικα το 1210 είχε σαν αποτέλεσμα τον αφορισμό του από το Βατικανό. Την ίδια στάση τήρησε και στο Πριγκιπάτο της Αχαΐας όπου συμπεριφέρθηκε χωρίς κανένα φανατισμό και με μεγάλη ανοχή πολλές φορές στον ντόπιο ορθόδοξο πληθυσμό. Κατά σύμπτωση (;) την ίδια στάση τήρησαν και οι Ναΐτες. Η στενή σχέση των Βιλεαρδουίνων με τους Ναΐτες είναι εμφανής και αμφίδρομη. Ο Βιλεαρδουίνος τους παραχωρεί όλα τα σχετικά προνόμια τα οποία είχαν απανταχού της Ευρώπης και επί πλέον τους δωρίζει και επί πλέον φέουδα από αυτά που δικαιούνται.  Οι Ναΐτες αναλαμβάνουν την υποχρέωση να τον προστατεύουν και να του συμπαραστέκονται ιδιαίτερα στις πολλές διαμάχες του με τον πάπα αλλά και τους υπόλοιπους Φράγκους. Απόρροια αυτής της στενής σχέσης είναι η δωρεά από τον Γοδεφρίδο Βιλεαρδουίνο του κάστρου Clermont ή Χλεμούτσι που βρίσκεται στην σημερινή θέση Κάστρο της Ηλείας και δεσπόζει του κάμπου της Ηλείας και του Ιονίου πελάγους. Η ιστορία της κατασκευής του κάστρου αυτού είναι άξια προσοχής και ενδεικτική της δύναμης που διέθετε ο  Γοδεφρίδος Βιλεαρδουίνος έχοντας βέβαια στο πλευρό του τους ευνοούμενους του Ναΐτες. Ο Γοδεφρίδος Βιλεαρδουίνος αφού παραχώρησε το ένα τρίτο των κατακτημένων εδαφών στην Πελοπόννησο στους επισκόπους/τοποτηρητές του Βατικανού, τους ζήτησε, μετά από λίγο, στρατιωτική και οικονομική βοήθεια  για την ολοκλήρωση της κατάκτησης όλης της Πελοποννήσου. Αυτοί προβάλλοντας το επιχείρημα ότι ό,τι έλαβαν το έλαβαν από την εξουσία του Πάπα αρνήθηκαν την παροχή της βοήθειας που τους ζήτησε. Αμέσως ο Γοδεφρίδος Βιλεαρδουίνος δήμευσε όλη την εκκλησιαστική περιουσία στο πριγκιπάτο για τρία χρόνια και με τα έσοδα από αυτήν όχι μόνο χρηματοδότησε την ολοκλήρωση της κατάκτησης της Πελοποννήσου αλλά έκτισε και το κάστρο Clermont ή Κλεμούτσι, στη βορειοδυτική ακτή της Πελοποννήσου,  το οποίο αμέσως δώρισε στους Ναΐτες. Περισσότερο ισχυρή ιστορική απόδειξη της άμεσης και αποδοτικής συνεργασίας του Γοδεφρίδου Βιλεαρδουίνου με τους Ναΐτες δεν θα πρέπει να υπάρχει. Στη συνέχεια ήλθε σε διαπραγματεύσεις με τους αντιπροσώπους του Πάπα.  Έχοντας σαν επιχείρημα  την ανάγκη της αντίστασης εναντίον των κατακτημένων Ελλήνων οι οποίοι –κατά την άποψή του και μόνο- με τη στάση τους έθεταν σε κίνδυνο την Παπική περιουσία στην Πελοπόννησο, που ήταν πιθανόν να χαθεί χωρίς την απαιτούμενη στρατιωτική υποστήριξη, κατέληξε σε συμφωνία με τον Αρχιεπίσκοπο της Πάτρας και τους λοιπούς επισκόπους. Το κύριο στοιχείο της συμφωνίας ήταν η υποχρέωση, με Παπική εντολή πλέον, των Θρησκευτικών Ταγμάτων των Ναϊτών και των Οσπιταλιέρων να του παρέχουν στρατιωτική υποστήριξη όποτε την χρειαζόταν αυτός και οι κληρονόμοι του. Με την συμφωνία αυτή επεστράφη η δημευμένη Παπική περιουσία. Η συμφωνία αυτή ήταν σαφέστατα ενεργή και μετά από, σχεδόν, πενήντα χρόνια  όταν το 1258 ο αδελφός και διάδοχος του Γοδεφρίδου του Β΄ στο πριγκιπάτο της Αχαΐας, Γουλιέλμος Βιλεαρδουίνος (και οι δύο γιοί του Γοδεφρίδου Βιλεαρδουίνου)  εξεστράτευσε εναντίον του λόρδου των Αθηνών Γκύ ντε λα Ρος, είχε σαν κύριο εκστρατευτικό σώμα τους Ναΐτες και τους Οσπιταλιέρους Ιππότες.

Το δεύτερο μεγάλο δώρο των Βιλεαρδουίνων στους Ναΐτες ήταν η εκκλησία του Αγίου Ιακώβου στην Ανδραβίδα. Η Ανδραβίδα διέθετε τρεις από τις μεγαλύτερες εκκλησίες της εποχής της Φραγκοκρατίας. Την Αγία Σοφία, τον Άγιο Ιάκωβο και τον Άγιο Στέφανο όλες κτισμένες από τους Φράγκους. Στην ναϊτική εκκλησία του Αγίου Ιακώβου είχαν ταφεί ο Γοδεφρίδος Βιλεαρδουίνος και οι δύο γιοί του Γοδεφρίδος ο Β΄ και Γουλιέλμος.

Η Ανδραβίδα ανεδείχθη  στο σημαντικότερο και, ταυτόχρονα, μακροβιότερο στρατόπεδο/βάση  των Ναϊτών στον Ελληνικό χώρο. Η βορειοδυτική ακτή της Πελοποννήσου όπου ήλεγχε την θαλάσσια οδό των προσκυνητών που αναχωρούσαν από τα νοτιοανατολικά παράλια της Ιταλίας με προορισμό τους Αγίους Τόπους ήταν υπό την εποπτεία των Ναϊτών. Τα έσοδα  από την εκμετάλλευση των φέουδων καθώς και τα πάσης φύσεως άλλα έσοδα από τις υπόλοιπες δραστηριότητες των Ναϊτών όπως, κόμιστρα μεταφοράς προσκυνητών και εμπορευμάτων στους Αγίους Τόπους, εξαγωγές των Πελοποννησιακών προϊόντων στην Ευρώπη, τραπεζικές εργασίες και μεταφορά των εσόδων των Φράγκων και της παπικής εκκλησίας από το πριγκιπάτο στους τόπους καταγωγής τους, ήταν τεράστια.

Η παρουσία των Ναϊτών στην Ελλάδα τερματίζεται λίγο πριν το 1307, έτος κατά το οποίο  εκδηλώνεται η συνομωσία του βασιλιά της Γαλλίας Φίλιππου του Ωραίου, σε συνεργασία με του Πάπα Κλήμη Ε΄, εναντίον του Ναϊτικού Τάγματος. Είναι γνωστό ότι την αυγή της Παρασκευής 13ης Οκτωβρίου 1307  συνελλήφθησαν  15.000 Ναϊτες Ιππότες στα ανά την Γαλλία διοικητήριά τους και έτσι άρχισε η ραγδαία διάλυση του Ναϊτικού Τάγματος.

Οι Ναΐτες είχαν, για λόγους άγνωστους μέχρι σήμερα, αναχωρήσει από την Ελλάδα περίπου στο τέλος του 1306 και δεν υπάρχουν στοιχεία για συλλήψεις και δίκες των Ναϊτών που να  έλαβαν χώρα στην Ελλάδα. Η μόνη μαρτυρία που υπάρχει είναι μία επιστολή του πάπα Κλήμη Ε΄ με ημερομηνία 21 Νοεμβρίου 1307 που απευθύνετε στον δούκα του Τάραντα Φίλιππο και τον εξουσιοδοτεί να προχωρήσει στην κατάσχεση της Ναϊτικής περιουσίας που υπάρχει στο πριγκιπάτο της Αχαΐας και στις υπόλοιπες περιοχές της Ελλάδας.

Οι λιγοστές ανασκαφές που έγιναν στην Ανδραβίδα δεν έφεραν στο φως  σημαντικά  ευρήματα για καμία από τις τρεις Φράγκικες εκκλησίες και ιδιαίτερα από τους τάφους των Βιλεαρδουίνων στον Άγιο Ιάκωβο. Τα πενιχρά ευρήματα εξαντλούνται σε ένα τεμάχιο από σπασμένο ακόντιο και έναν σκελετό γιγαντόσωμου άνδρα που εικάζεται ότι ήταν Ναΐτης. Είναι  λογικό η περιουσία των Ναϊτών στην Ελλάδα μετά την αποχώρησή τους, να πέρασε στην κατοχή των Οσπιταλιέρων όπως συνέβη μετά το 1307 σε αρκετά σημεία στην Ευρώπη. Οι Οσπιταλιέροι  όπως ακριβώς ενήργησαν στην υπόλοιπη Ευρώπη ενήργησαν, πιθανώς, και στην Ελλάδα. Ό,τι μπόρεσαν να οικειοποιηθούν το οικειοποιήθηκαν και ότι θύμιζε Ναϊτικό Τάγμα το κατέστρεφαν. Επίσης είναι πολύ πιθανόν στα χρόνια μετά την Φράγκικη κατοχή, κατά τη διάρκεια της οποίας αποψιλώθηκε η Ελλάδα από κάθε πλούτο, καθώς και στα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας, να καταστράφηκε από τους ορθόδοξους Έλληνες κάθε τι που είχε σχέση με τους Φράγκους και την Παπική εξουσία. Οι Φράγκοι ήταν χρεωμένοι με την άλωση της Κωνσταντινούπολης,  την κατοχή της Ελλάδας και την αδιαφορία της Δύσης για το Βυζάντιο που υπέκυπτε στους Οθωμανούς.  Το Βατικανό έφερνε τη σφραγίδα της αλαζονείας και της αμετροέπειας που έδειχνε εναντίον των Ορθοδόξων και που ήθελε με κάθε μέσον και θυσία να τους υποδουλώσει θρησκευτικά. Αυτά αποτελούσαν, πιθανόν, την καλύτερη αιτία και αφορμή για τους Έλληνες για να καταστρέψουν ό,τι τους θύμιζε τις αιτίες του κακού.

Είναι διάχυτη η εντύπωση πολλών ιστορικών, Ελλήνων και ξένων,  ότι η παρουσία των Ναϊτών στην Ελλάδα ήταν συνεπακόλουθο της γενικής υποστήριξης αλλά και της χρηματοδότησης που παρείχαν στις  σταυροφορίες και ιδιαίτερα στην άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους. Ούτε οι Ναΐτες ούτε οι Έλληνες ήλθαν ποτέ κοντά ο ένας στον άλλον. Το μόνο θετικό στοιχείο που διαφαίνεται στους Ναΐτες  είναι η αντιμετώπιση των Ελλήνων χωρίς φανατισμό και μίσος και σε ότι αυτό μπορεί να μεταφράζεται στην καθημερινότητα ενός, κατά τα άλλα, κατακτητή.

 

ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ – ΤΙΜΩΡΙΕΣ

 

Εν τω ονόματι της Αγίας Τριάδας έχομεν και κυρήττομεν αυτούς αφορισμένους, κατηραμένους και ασυγχώρητους παρά Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος και έστωσαν μετά θάνατον άλυτοι και τυμπανιαίοι, αι πέτραι και ο σίδηρος λυθήσονται αυτοί δε ουδαμώς.

 

Διαβάζοντας το παραπάνω κείμενο μένεις έκπληκτος από την μήνη αλλά και την αμετροέπεια των συντακτών του. Και αν αναλογισθεί κανείς ότι αυτό αποτελεί κείμενο της Χριστιανικής Θρησκείας τότε η έκπληξη -εκτός από τον αναμενόμενο αποτροπιασμό- μετατρέπεται σε ανάγκη έρευνας με σκοπό την καταγραφή του σημαντικού, όσο και ακατανόητου για τα σημερινά δεδομένα, ζητήματος των εκκλησιαστικών τιμωριών.

 

Ας δούμε όμως τα πράγματα από την αρχή τους. Οι πρωτοχριστιανοί ήταν οργανωμένοι σε κοινότητες με κύρια χαρακτηριστικά την ισότητα και την αγάπη, κύρια διδάγματα του Ιησού. Οι κοινότητες αυτές είχαν κατανοήσει ότι σημαντικό στοιχείο επιβίωσης της νέας θρησκείας αλλά και της δικής τους ύπαρξης ήταν η έννοια της συμπαγούς κοινότητας.

Επομένως, η αποβολή από την κοινότητα και η αποκοπή του από τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, είχε επιλεγεί ως η προσφορότερη ποινή για τα μέλη που με οποιονδήποτε τρόπο είτε παραβίαζαν τους κανόνες της κοινότητας είτε διατύπωναν άλλες θρησκευτικές ερμηνείες από αυτές που είχαν γίνει αποδεκτές.

 

Αυτή η αναγκαία για τα πρώτα χριστιανικά χρόνια τιμωρία, πέρασε στην πρακτική της οργανωμένης, πλέον, εκκλησίας μετά την καθιέρωση του Χριστιανισμού σαν επίσημης θρησκείας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η δε τιμωρία αυτή έλαβε διαφορετικές μορφές, από την ηπιότερη της απλής αναστολής λήψης της Αγίας Κοινωνίας έως την αυστηρότερη του Αφορισμού. Ο δε αφορισμός διαχωρίστηκε σε Μικρό και σε Μεγάλο Αφορισμό (πλήρης Ακοινωνησία και Ανάθεμα αντίστοιχα).

Ανάθεμα, αυτή η έσχατη εκκλησιαστική ποινή, σημαίνει ότι η εκκλησία εκβάλλει τον παρανομούντα χριστιανό από τους κόλπους της και αναθέτει αυτόν στον Θεό (Εις Θεόν ανατίθημι) αναμένοντας την τελική κρίση Του. Και η θρησκευτική αυτή ποινή ισχύει μέχρι και σήμερα.

Διαχρονικά η εκκλησία χρησιμοποίησε την ποινή του Αναθέματος σε κάθε είδους αιρετικούς, στους -κατά την κρίση της- εχθρούς της πίστεως, σε όσους αμέσως ή εμμέσως έθιγαν τα χρηστά ήθη αλλά και στους λογής αντιπάλους του ιερατείου. Ταυτόχρονα η εκκλησία χρησιμοποίησε το Ανάθεμα σαν μέσον λογοκρισίας στην προσπάθειά της να αποτρέψει τους ανθρώπους του πνεύματος από την έκφραση ελεύθερης σκέψης και κρίσης.

Οι ¨απειλές¨ εναντίον της Χριστιανικής Εκκλησίας  διαχωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Αυτές που αφορούσαν στα θεολογικά ζητήματα και ονομάστηκαν αιρέσεις και αυτές των μελών της εκκλησίας που διαφοροποιούντο από  τις πρακτικές και το δόγμα της δηλαδή τις παρεκτροπές.

Η αντιμετώπιση των ¨απειλών¨ που δέχθηκε ή νόμιζε ότι δέχθηκε η οργανωμένη εκκλησία και το ιερατείο της, από την ίδρυσή της μέχρι και το επίσημο σχίσμα το 1054 μ.χ  ήταν ενιαία. Βέβαια οι απειλές που δέχθηκε στην αρχή η εκκλησία (οι περισσότερες από τις οποίες ήταν αποτελέσματα διαφορετικών προσεγγίσεων και ερμηνειών των διδασκαλιών του Ιησού, των θεολογικών και των περί της ιδιότητας-ουσίας του Ιησού θεμάτων),  προέρχονταν από την ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου  επειδή εκεί ήταν τα πνευματικά κέντρα του τότε κόσμου αλλά και επειδή στους λαούς εκείνης της περιοχής απευθύνθηκε.

Η πρώτη και ουσιωδέστερη απειλή την οποία ένοιωσε η Χριστιανική εκκλησία ήταν εκείνη των εθνικών-ειδωλολατρών. Η πρωτοχριστιανική εκκλησία παρότι είχε αποδεχθεί απόψεις και ιδέες των Ελλήνων φιλοσόφων (Σωκράτη, Πλάτωνα, Αριστοτέλη) και είχε ενσωματώσει πρακτικές και έθιμα της Ελληνικής θρησκείας και των Μιθραϊστών στις δικές της λειτουργικές ανάγκες, εντούτοις η συνειδητή και ευρείας κλίμακας αντιπαράθεση με τους εθνικούς-ειδωλολάτρες έλαβε τη μορφή διωγμού.

Από τα κείμενα των ηγετών της Χριστιανικής Εκκλησίας συνάγεται η μεγάλη αντιπαλότητα κατά των εθνικών-ειδωλολατρών και ιδιαίτερα κατά του Ελληνικού πολιτισμού, της θρησκείας του, των ιδεών και των δημιουργημάτων του.

Ο ιστοριογράφος της εκκλησίας Ευσέβιος (275-339μ.χ) επιτίθεται σε «αιρετικούς», γράφοντας ότι «περιφρονώντας τα ιερά κείμενα του Θεού ασχολούνται με τη Γεωμετρία (…) Με ζήλο μελετούν τη Γεωμετρία του Ευκλείδη, θαυμάζουν τον Αριστοτέλη και τον Θεόφραστο, μερικοί μάλιστα σχεδόν προσκυνούν τον Γαληνό».

Βέβαια υπήρξαν και διαφορετικές απόψεις όπως του  ελληνικής καταγωγής  Ωριγένη (3ος αιών. μ.χ) όπου στο «Κατά Κέλσου» σύγγραμμά του αναφέρει «… φιλαληθώς περί τινών μαρτυρούμεν Ελλήνων φιλοσόφων, ότι επέγνωσαν τον θεόν, επεί ο θεός αυτοίς εφανέρωσεν…»

Το κεφάλαιο της περιόδου από τα πρωτοχριστιανικά χρόνια μέχρι την πλήρη επικράτηση του Χριστιανισμού, που ολοκληρώθηκε κατά τον 5ο με 6ο αιώνα μ.χ., είναι τεράστιο και έχουν χυθεί τόνοι μελάνης για την καταγραφή των όσων συνέβησαν. Η ουσία είναι ότι ο Χριστιανισμός επικράτησε έχοντας την ουτοπική όσο και ψευδή αντίληψη ότι ο Ελληνικός πολιτισμός και οι εκφάνσεις του είχαν, πλέον, πλήρως υποταχθεί στον Χριστιανισμό.

Το χαρακτηριστικότερο γεγονός, που σηματοδοτεί την πλήρη επικράτηση του χριστιανισμού, είναι η κατάργηση το 529μ.χ  -με διάταγμα του Ιουστινιανού- της Πλατωνικής Ακαδημίας της Αθήνας. Πρέπει όμως να αναφερθεί ότι η ενέργεια αυτή, που είχε υπαγορευτεί από την εκκλησία, δεν εμφανίστηκε σαν θρησκευτική αλλά σαν πολιτική. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της αυτοκρατορικής πολιτικής η οποία επεδίωκε την πλήρη εξόντωση των ελληνιζόντων οι οποίοι δεν αποδέχονταν την απόλυτη αυτοκρατορική κυριαρχία και την οποία κυριαρχία επιβεβαίωνε η εκκλησία αποκαλώντας την «ελέω θεού βασιλεία».

 

Μετά την επικράτηση αυτή και για αρκετούς αιώνες η εκκλησία δεν αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα και επιδόθηκε με μεγάλη επιτυχία στον προσηλυτισμό-εκχριστιανισμό αλλόδοξων και  την οργάνωσή της.

Θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι κατά τους αιώνες από την δημιουργία των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων μέχρι και την πλήρη επικράτηση του χριστιανισμού  ως επίσημης θρησκείας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (1ος -6ος), η εκκλησία βρισκόταν σε πλεονεκτική θέση. Στην αρχή είχε να ασχοληθεί με τον προσηλυτισμό και την διάδοση του χριστιανισμού, ιδιαίτερα στις καταπιεσμένες και φτωχές μάζες των κάτω από την κυριαρχία των Ρωμαίων λαών. Όταν οι τάξεις των χριστιανών πλήθυναν επικίνδυνα για τους Ρωμαίους τότε η εκκλησία, παρά τους ακραίους και φοβερούς διωγμούς που υπέστη, εντούτοις προσέλαβε κύρος, δύναμη και αγιότητα επειδή οι ίδιοι οι Ρωμαίοι την ανέδειξαν σαν κύριο αλλά και επικίνδυνο αντίπαλό τους. Μετά δε την καθιέρωση του χριστιανισμού σαν επίσημης θρησκείας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (μετέπειτα Βυζάντιον) η εκκλησία υποτάχθηκε πλήρως στο κράτος αφού -στην ουσία- αρχηγός της εκκλησίας ήταν ο εκάστοτε αυτοκράτωρ. Έτσι κάθε υποβολιμαία κίνηση εναντίον της θεωρείτο σαν αντικαθεστωτική κίνηση και επομένως αυτός που επέβαλε την τάξη και την τιμωρία ήταν ο αυτοκράτορας με τον κρατικό μηχανισμό και όχι ο Πατριάρχης. Με αυτόν τον τρόπο η εκκλησία-ιερατείο έμεινε στο απυρόβλητο για πολλούς αιώνες μέχρι το 1054μ.χ  οπότε αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να εκδώσει το πρώτο της μεγάλο Ανάθεμα.

Από τα μέσα του 8ου αιώνα, όταν το Βατικανό συνειδητοποιούσε ότι το Φανάρι (το Βυζάντιο ουσιαστικά) είχε φτάσει σχεδόν μέχρι την κεντρική Ευρώπη, είχαν αρχίσει οι προστριβές με τον επικεφαλής της δυτικής εκκλησίας επίσκοπο, τον αυτοαποκαλούμενο και διεκδικητή των πρωτείων Πάπα της Ρώμης, οι οποίες κατέληξαν στο σχίσμα των εκκλησιών. Το πρώτο Μεγάλο Ανάθεμα προήλθε από την εκκλησία της Ρώμης.  Το Σάββατο 16 Ιουλίου 1054μ.χ  η βούλα που κατατέθηκε στην Αγία Τράπεζα του Ναού της του Θεού Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, από τρεις απεσταλμένους του Πάπα υπό την ηγεσία του καρδιναλίου Ουβέρτου, περιείχε το Αφορισμό του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλάριου, αλλά ουσιαστικά έχει τις ρίζες του στα μέσα του 8ου αιώνα (βλ. σχετικό άρθρο μου στο τεύχος 70).

Στην προσπάθειά της η Ανατολική Ορθόδοξη -πλέον- Εκκλησία να δώσει στο σχίσμα δογματική υπόσταση επεδίωξε την φιλοσοφική και μεταφυσική ερμηνεία της χριστιανικής διδασκαλίας. Οι μελετητές της Ελληνικής γραμματείας σοφοί και φιλόσοφοι πιστεύοντας ότι είχαν την δυνατότητα να σκέφτονται και να εκφράζονται ελεύθερα, διατύπωναν κατά καιρούς απόψεις οι οποίες αποσκοπούσαν στην απελευθέρωση από την δογματική και θεοκρατική αντίληψη που επέβαλε το ιερατείο της αυτοκρατορίας. Η εκκλησία όμως δεν ήταν δυνατόν να ανεχθεί αυτές τις μεμονωμένες αλλά σημαντικές φωνές και η φυσική αντίδρασή της ήταν η χρησιμοποίηση των εκκλησιαστικών ποινών της. Παρόλα αυτά δεν μπόρεσε να αποφύγει το οξύμωρο που προέκυψε αφενός από την χαλαρή και σπάνια εφαρμογή  των εκκλησιαστικών ποινών εναντίον των απλών παρεκτρεπομένων μελών της και την αυστηρότατη εφαρμογή τους εναντίον μεγάλων και σημαντικών φωνών. Τα γνωστά μεγάλα αναθέματα από το σχίσμα των εκκλησιών το 1054μ.χ μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα είναι μεν λίγα αλλά είναι τόσο χαρακτηριστικά επειδή η εκκλησία αισθάνθηκε, μετά τόσους αιώνες απολύτου κυριαρχίας, να απειλείται από την Ελληνική-Ελληνιστική σκέψη και φιλοσοφία.

Το  1082μ.χ σημειώνουμε τον Μεγάλο Αφορισμό με 11 αναθέματα και αναγκαστικό εγκλεισμό σε μοναστήρι του φιλοσόφου Ιωάννη του Ιταλού. Στο έγγραφο του αναθέματος που κατέθεσε ο πατριάρχης  Ευστράτιος Γαρίδας διαβάζουμε ότι ο Ιταλός ήταν «Ελληνόπληκτος και δαιμονόπληκτος στασιαστής κατά της Νέας Ρώμης (Βυζαντινή Αυτοκρατορία) διαδίδει μακάβριες διδασκαλίες των Ελλήνων (Πλάτωνα και Νεοπλατωνικών) σε σχέση με την ψυχή, τη μετεμψύχωση, το σώμα, με το οποίο θα αναστηθούν οι άνθρωποι κατά τη δεύτερη παρουσία, τήν άρνηση του εκκλησιαστικού δόγματος ότι το σύμπαν δημιουργήθηκε εκ του μηδενός…» (Bautz Lexikon). Εδώ έχουμε το παράδοξο ότι αναφέρει τον Ιωάννη τον Ιταλό σαν στασιαστή αλλά να επιλαμβάνεται του θέματος η εκκλησία και όχι ο κρατικός μηχανισμός. Αυτό μας οδηγεί να υποθέσουμε ότι ο στασιαστής είχε ελεύθερη σκέψη αλλά όχι οπαδούς αφού δεν υπάρχει κανένα ανάθεμα σε τυχόν οπαδούς του. Η πραγματική απειλή θεωρούμε βασίμως ότι ήταν η διδασκαλία του Πλάτωνα την οποία και διέδιδε.

Υπάρχουν πολλοί αφορισμοί, ιδιαίτερα κατά διανοουμένων, οι οποίοι κατά παράδοξο τρόπο ήταν και κληρικοί, με την κύρια κατηγορία ότι μελετούσαν και διέδιδαν την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι ο αφορισμός του Ισαάκ Αργυρού (1300-1370μ.χ). Στο έγγραφο του αναθέματος διαβάζουμε «Ισαάκ Αργυρόν τον ιού μεστόν, τον και πολύ το κίβδηλον της Ελλήνων φλυαρίας πλουτήσαντα … ανάθεμα » (στον Αργυρό που είναι γεμάτος δηλητήριο και ο οποίος είχε πολύ πλουτήσει από την κίβδηλη φλυαρία των Ελλήνων… ανάθεμα).

Το κεφάλαιο της κατά των Ελληνιζόντων μήνης της εκκλησίας μπορούμε να πούμε ότι έκλεισε (οριστικά;) μετά την δημιουργία του ελληνικού κράτους και την κήρυξη του αυτοκέφαλου της Ελλαδικής εκκλησίας. Τελευταία αναλαμπή ήταν οι προ της επαναστάσεως του 1821  προσπάθειες του Γεωργίου Σχολάριου (πριν διοριστεί ως πατριάρχης Γεννάδιος από τον σουλτάνο) με σκοπό την αποτροπή των πνευματικών εξελίξεων που υπέβοσκαν, φτάνοντας στην αποτρόπαια πράξη της δημόσιας καύσης πλατωνικών και νεοπλατωνικών συγγραμμάτων. Σε επιστολές του στον κυβερνήτη της Πελοποννήσου έγραφε ο Σχολάριος: «… τους γουν δυσσεβείς και αλάστορας Ελληνιστάς και πυρί και σιδήρω και ύδατι και πάσι τρόποις εξαγάγετε τής παρούσης ζωής … ράβδιζε, είργε, είτα γλώτταν αφαίρει, είτα χείρα απότεμνε καν και ούτω μένη κακός, θαλάττης πέμπε βυθώ» («Παλαιολόγια – Πελοποννησιακά»  του Σ. Λάμπρου).

Αξίζει να σημειωθεί ότι η θεοκρατική δομή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ήταν τόσο ισχυρά δομημένη που σημαντικοί μελετητές της ελληνικής φιλοσοφίας, και όχι μόνον, όπως οι Μιχαήλ και Κωνσταντίνος Ψελλός, Γεώργιος Γεμιστός-Πλήθων κ.α. να αυτολογοκρίνονταν υποτάσσοντας την φιλοσοφία στην πίστη.

Η εκκλησία -και εδώ πρέπει να κάνουμε μία απαραίτητη όσο και σημαντική παρατήρηση ότι δηλαδή όταν εδώ λέμε εκκλησία εννοούμε την ιερατική διάρθρωση της διοίκησης της εκκλησίας- έχει αντιμετωπίσει με αφορισμούς αρκετές περιπτώσεις μελών της χριστιανών τους οποίους θέλησε να αποβάλει από τις τάξεις της αναθεματίζοντάς τους. Μερικές από αυτές τις περιπτώσεις είναι τόσο χαρακτηριστικές και οι οποίες προκάλεσαν και το κοινό αίσθημα αλλά και μεγάλο προβληματισμό επειδή όλες στρέφονταν εναντίον της ελεύθερης έκφρασης προβληματισμών και διατύπωσης διαφορετικών από τις δικές της ιδεών από ανθρώπους του πνεύματος και του πολιτισμού μας.

Σταχυολογώντας τις πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις θα δούμε ότι η εκκλησία, τις περισσότερες φορές, αντιμετώπισε καταστάσεις με προχειρότητα, στενοκεφαλιά και άκρατη ιδεοληψία όπου τελικά τα αποτελέσματα τους απεδείχθησαν όχι μόνο αναποτελεσματικά αλλά και  ζημιογόνα για την έξωθεν καλή της μαρτυρία και την ανυπόκριτη αγάπη και κατανόηση που υποτίθεται ότι διδάσκει.

Η περίπτωση του ζητήματος των κολλυβάδων  είναι σημαντική, επειδή όπως θα δούμε ο αφορισμός αυτός δεν έχει ανακληθεί ολοσχερώς μέχρι σήμερα. Περιληπτικά αναφέρω ότι γύρω στο 1770μ.χ εμφανίστηκε ένα σημαντικό κίνημα πολλών Μοναχών του Αγίου Όρους που υπερασπιζόταν την παράδοση της Εκκλησίας για την τέλεση των μνημοσύνων (Κολλύβων) την ημέρα του Σαββάτου και όχι της Κυριακής, όπως είχε αρχίσει να γίνεται στην Κωνσταντινούπολη για καθαρά κοινωνικούς λόγους. Το πατριαρχείο στην αρχή δεν αντέδρασε θεωρώντας ότι οι κολλυβάδες  “καλώς ποιούσιν κατά το αρχαίον της Εκκλησίας έθος”. Μετά όμως την παρέμβαση των διαφωνούντων μοναχών του Αγίου Όρους -που ήταν και οι περισσότεροι- το Πατριαρχείο ισχυρίστηκε, και σε αντίθεση των όσων είχε μέχρι τότε διατυπώσει, ότι η τέλεση μνημοσύνων την Κυριακή είναι η “ανέκαθεν ιερά της Εκκλησίας τάξις και κανονική διατύπωσις” και “αποστολική Παράδοσις”! Έτσι συγκαλείται το 1776μ.χ  η Ιερά Σύνοδος και καταδικάζει με άλυτο αφορισμό τους ορθοδόξους Αγιορείτες, που χλευαστικά ονόμασαν Κολλυβάδες. Ο αφορισμός αυτός δεν ανακαλέστηκε ποτέ παρά την λύση, για αδιευκρίνιστους λόγους,  του αφορισμού του ιερομονάχου Αθανασίου Παρίου από τον Πατριάρχη Γαβριήλ το 1781. Η λύση του αφορισμού αφορούσε μόνο τον Αθανάσιο και όχι  όλους τους Κολλυβάδες. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η μαζική αποχώρηση μοναχών από τον Άθω και η διασπορά τους σε πολλά μέρη ανά την Ελλάδα όπου ίδρυσαν νέες μονές.

Το 1807μ.χ  ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ με συνοδική επιστολή υπενθύμισε σε όλους τους υπό την δικαιοδοσία του μητροπολίτες, επισκόπους, κληρικούς, μοναχούς και πιστούς τον αφορισμό των Κολλυβάδων “προς τελείαν εξάλειψιν της πάλαι ποτέ αναφνείσης εκείνης των δοκοφρόνων διενέξεως” . Και εντέλλεται: “Διά ταύτα οριζόμεθα εν πνεύματι αγίω και θεσπίζομεν, ίνα τα συμβάντα μνημόσυνα των ευσεβώς κοιμηθέντων επιτελώνται απαρατηρήτως και εν Κυριακαίς και εν Σάββασιν, ως και εν ταίς λοιπαίς ημέραις της εβδομάδος”. Αυτή η απόφαση ισχύει μέχρι και σήμερα.

Η συντηρητική αλλά και ιδιότυπη ιδεοληψία της ιεραρχίας της εκκλησίας κατά την οποία  μόνο αυτή έχει το δικαίωμα να ορθοτομεί τον Λόγο του Θεού και την παράδοση, είχε αποτέλεσμα την δημιουργία θυμάτων τα οποία είχαν το ¨θράσος¨  να έχουν διαφορετικές απόψεις και θέσεις από αυτήν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων αφορισμών είναι των Ρήγα Φεραίου, Αλέξανδρου Υψηλάντη και Ελευθερίου Βενιζέλου ιδιαίτερα σε εποχές που η ενότητα και η σύμπλευση πολιτικών και θρησκευτικών δυνάμεων ήταν άκρως ζωτική για τον Ελληνισμό. Θύμα όμως της ίδιας νοοτροπίας έπεσε και η νεοελληνική λογοτεχνία όπου μερικά εξέχοντα τέκνα της, των οποίων το έργο τιμά την Ελλάδα, διώχθηκαν από την εκκλησία. Θα αναφερθούμε περιληπτικά σε τρείς από αυτούς.

Ο κεφαλλονίτης Ανδρέας Λασκαράτος υπήρξε διακεκριμένος σατιρικός ποιητής και πεζογράφος. Στα κείμενά του φάνηκε η διαφορετική του άποψη με τα τεκταινόμενα στην εκκλησία της Κεφαλλονιάς. Ιδιαίτερα καυστικό θεωρήθηκε το σχόλιό του «Μπορούνε να ειπωθούνε οπαδοί του Χριστού, επειδή πιστεύουνε πως η θεότητα είναι τρισυπόστατη, ενώ η πραγματική τους θεότητα είναι το νιτερέσο τους;» επειδή κατακεραύνωνε την ασύδοτη ιδιοτέλεια των κληρικών. Ο μητροπολίτης Κεφαλληνιάς Σπυρίδωνας Κοντομιχάλης το 1856μ.χ αφορίζει τον Λασκαράτο αφού πρώτα έχει στρέψει εναντίον του τους απλούς πιστούς. Ο Λασκαράτος, επειδή η ένταση κράτησε περίπου ένα χρόνο με αποτέλεσμα την επανάληψη του αφορισμού από τον Μητροπολίτη, αναχωρεί για το Λονδίνο επιζητώντας την λήξη του θέματος. Τον επόμενο χρόνο όταν επιστρέφει στην Κεφαλλονιά εγκλείεται  4 μήνες στο Σωφρονιστήριο της Κεφαλονιάς ύστερα από την ερήμην καταδίκη του, για την κυκλοφορία της σατιρικής εφημερίδας Λύχνος. Το 1867 εκδίδει την Απόκριση εις τον Αφορεσμόν του Κλήρου της Κεφαλονιάς τω 1856 και αντιμετωπίζει πάλι την δικαιοσύνη όπου όμως οι ένορκοι τον αθωώνουν.  Το 1899 ο ιερέας Γεράσιμος Δορίζας, θαυμαστής και φίλος του Λασκαράτου, πέτυχε -μέσα από δραματικές και πολυσχιδείς διαδικασίες- την άρση του αφορισμού. Ο Ανδρέας Λασκαράτος πέθανε στις 24 Ιουλίου του 1901 και κηδεύτηκε θρησκευτικά και με τις δέουσες τιμές, αφήνοντας ένα σημαντικό συγγραφικό έργο.

 

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης με το βιβλίο του σταθμό για τα ελληνικά γράμματα Πάπισσα Ιωάννα που εκδίδει το 1866μ.χ προκαλεί μία από τις μεγαλύτερες ταραχές στην εκκλησία. Το μυθιστόρημα αναφέρεται στη νόθα κόρη μιας χηνοβοσκού που καταφέρνει να αναρριχηθεί  στο ύπατο αξίωμα της Καθολικής εκκλησίας και γίνεται Πάπας –Πάπισσα η οποία πεθαίνει με τον πλέον σκανδαλιστικό τρόπο γεννώντας το παιδί του εραστή της μπροστά στα μάτια του πλήθους. Η εκκλησία αναστατώνεται και αντιδρά με μανία.  Ζητά την επέμβαση του εισαγγελέα, αποκηρύσσει το βιβλίο αποκαλώντας το σατανικό και εκ προοιμίου αφορίζει όσους το διαβάσουν. Βέβαια υπάρχει ασάφεια σχετικά με τον αφορισμό του ίδιου του Ροΐδη  κατά πόσον έγινε και μετά από λίγο ανακλήθηκε ή αν δεν αφορίστηκε καθόλου αλλά το βέβαιο όμως είναι ότι πολεμήθηκε σκαιότατα από το εκκλησιαστικό κατεστημένο.

Η αντίδραση/ απάντηση του  Ροΐδη βρίσκεται στην επιστολή του προς την Ιερά Σύνοδο για την απόφασή της περί αποκηρύξεως Βλάσφημου και Κακοήθους Βιβλίου, και με τις περίφημες Επιστολές Αγρινιώτου, που υπογράφει ως Διονύσιος Σουρλής και με τις οποίες σαρκάζει και καυτηριάζει την στάση της εκκλησίας υπερασπιζόμενος το βιβλίο του. Στο τέλος της απαντητικής επιστολής του προς την Ιερά Σύνοδο γράφει: «ο καιρός ίσως δεν είναι μακράν ότε θα είπωσι και οι Έλληνες: Δεν θέλομεν πλέον να ήμεθα Βυζαντινοί αλλά Χριστιανοί! και τότε άγιοι μου Πατέρες, όταν η ηώς αυτή και εφ’ ημάς ανατείλη, αν επιμένετε ακόμη θεωρούντες ως καταχθόνιον δαίμονα τον συγγραφέα της Ιωάννας, θέλετε αναγκασθή τουλάχιστον αντί Σατανά ονομάσετε αυτόν Εωσφόρον».

«Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι πατέρες, σας δίνω κι εγώ μια ευχή: Σας εύχομαι να ‘ναι η συνείδηση σας τόσο καθαρή, όσο είναι η δική μου και να ‘στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ»

Αυτή είναι η απάντηση του Νίκου Καζαντζάκη στις απειλές της εκκλησίας περί αφορισμού του το 1953 πριν καν εκδοθεί ο Τελευταίος Πειρασμός. Η υπαρξιακή αγωνία του Νίκου Καζαντζάκη το μεγάλο ανήσυχο πνεύμα του καθώς και οι φιλοσοφικές του αναζητήσεις, οι οποίες είχαν ευθέως περάσει στα σημαντικά έργα του, σκανδάλισαν την εκκλησία η οποία είχε εκμανεί ιδιαίτερα από την επίδραση που δέχθηκε ο στοχαστής και αναζητητής Καζαντζάκης  από τον Βουδισμό και από την ένταξή του στον Τεκτονισμό.

Ο χαρακτηρισμός της εκκλησίας της Ελλάδος για το έργο του Καζαντζάκη.

«……ότι είναι δυσσεβές και αντιχριστιανικόν, απεφάσισε να προβή εις αμέσους εντόνους ενεργείας παρά τοις αρμοδίοις προς αποτροπήν της τοιαύτης προβολής, η οποία θα σκανδαλίσει και θα βλάψει πνευματικώς το Χριστεπώνυμον πλήρωμα της εκκλησίας της Ελλάδος…»

Ο Καζαντζάκης αδιαφορεί για τις απειλές και τις διώξεις της εκκλησίας και συνεχίζει να γράφει με το ίδιο πάθος και πνεύμα μέχρι το θάνατο του το 1957. Η κηδεία του έγινε στο Ηράκλειο της Κρήτης και πάνω στον τάφο του είχε ζητήσει να γραφεί η  βουδιστική φράση: «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα. Είμαι ελεύθερος».

Όπως αποκάλυψε η έρευνα της δημοσιογράφου Ελένης Κατσουλάκη μετά από πολλά χρόνια, ο αφορισμός του Καζαντζάκη δεν ίσχυσε ποτέ στην πραγματικότητα, αφού δεν υπογράφηκε ποτέ, όπως απαιτείται, από τον φωτισμένο Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα.

Η Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών δημιούργησε, διατηρεί και φυλάσσει στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης το μεγαλύτερο μέρος του αρχείου του Νίκου Καζαντζάκη καθώς και τη βιβλιοθήκη και το γραφείο του. Στην ιστοσελίδα http://www.historical-museum.gr/kazantzakis, την οποία επιμελήθηκε ο Αλέξης Καλοκαιρινός, υπάρχει  η πληρέστερη βιογραφία του συγγραφέα.

 

Ο Τελευταίος Πειρασμός, η ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε βασισμένη  στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη, αντιμετωπίζει από το 1988 τις κλειστές πόρτες των ελληνικών κινηματογραφικών αιθουσών  χάρις στην αντίδραση της Εκκλησίας  εκ μέρους…. των  σκανδαλιζόμενων χριστιανών.

 

Παρά τις κατά καιρούς αδυσώπητες μάχες της εκκλησίας κατά του ελεύθερου στοχασμού και των ανήσυχων πνευμάτων, η μέγιστη ποινή του Αφορισμού επιβλήθηκε από αυτήν με σχετικό μέτρο, ιδιαίτερα αν την συγκρίνει κανείς με τις ποινές της Ιεράς Εξέτασης. Αυτό όμως που κάνει εμάς τους Έλληνες να αναρωτιόμαστε είναι το κραυγαλέο και το ανήκουστο των περιπτώσεων στις οποίες η εκκλησία εφάρμοσε τον αφορισμό. Βέβαια στην κοινή συνείδηση κανένας διωγμός, κανένας αφορισμός και καμία ποινή της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν μπορεί να συγκριθεί με τις ποινές της Ιεράς Εξέτασης, του οργάνου δηλαδή της Δυτικής Καθολικής Εκκλησίας.

Ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Δ. Μεταλληνός  γράφει «H δύναμη που κινεί τη συνείδη­ση του Ορθοδόξου, είναι η δικαιο­σύνη, αλλά εν αγάπη. Αγάπη δε όχι «προς το ομοεθνές μόνον, αλλά προς παν το ομογενές (σε κάθε άνθρωπο)», που ταυτίζεται με την (ανιδιοτελή) αγάπη του Θεού. Ακό­μη και ο αφορισμός (η φρικτή πρά­γματι αυτή εκκλησιαστική πράξη) δεν συνιστά εκδίκηση ή ποινή, επι­βαλλόμενη από την Εκκλησία στην πλάνη και τον πλανώμενο, αλλά επιβεβαιώνει «τον αυτοαποκλεισμό του ανθρώπου από την σωτη­ρία και υπαρκτική γνησιότητα» και στοχεύει στην μετάνοια και την επιστροφή του». Πόσο θα θέλαμε η σκέψη του να αντικατόπτριζε τις μέχρι τώρα θέσεις της Εκκλησίας και πόσο θα θέλαμε ο κατάλογος των αφορισμών να ήταν κενός. Διότι στον κατάλογο των Αφορισμών περιλαμβάνονται και πολλοί άλλοι -ηχηροί και μη- μεταξύ των οποίων είναι οι αφορισμοί και οι διώξεις των Ησυχαστών (κίνημα μοναχών των αρχών του 14ου αιώνα στην Θεσσαλονίκη που είχαν ως σκοπό την ένωση με τον Θεό μέσω της ησυχίας και της πλήρους απομονώσεως από τον κόσμο), της άγριας σφαγής των Ζηλωτών (πνευματικό κίνημα από ελληνίζοντες νέο-πλατωνιστές και νέο-αριστοτελικοί μελετητές του 10ου αιώνα), των οπαδών του Διαφωτισμού συμπεριλαμβανομένων των Αδαμαντίου Κοραή και Βολτέρου. Χαρακτηριστικά αναφέρονται οι διαφωτιστές, σε πατριαρχική εγκύκλιο του έτους 1793 σαν σύνολο  «πονηρών και μισάνθρωπων δαιμόνων».

 

Οι φυσικές επιστήμες, γύρω στα 1780, διδάσκονταν στις παρίστριες ηγεμονίες όχι μόνο θεωρητικά, αλλά και πειραματικά. Νέα μέθοδος που εισήχθη στην εκπαίδευση ήταν η «αλληλοδιδακτική», η οποία επέτρεπε τη συγκέντρωση μεγαλύτερου αριθμού μαθητών στον ίδιο διδακτικό χώρο, κάτω από την επίβλεψη ενός μόνο δασκάλου. Πρόκειται για τη «Λανγκαστεριανή» μέθοδο, που συστηματοποιήθηκε στην Αγγλία από τους A. Bell και J. Lancaster στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα. Ο κύριος εισηγητής της στον ελληνικό χώρο, Γεώργιος Κλεόβουλος (1785-1828) και οι υποστηρικτές της μεθόδου τόνιζαν τη δυνατότητα να εκπαιδευτούν περισσότερα παιδιά με λιγότερα μέσα, υπογραμμίζοντας το μαζικό της χαρακτήρα. Αλλά κι αυτές οι προσπάθειες που αφορούσαν την οργάνωση και όχι το περιεχόμενο της εκπαίδευσης συνάντησαν, όπως σε όλες τις ανάλογες περιπτώσεις, την αντίθεση του εκκλησιαστικού μηχανισμού, καθώς το πατριαρχείο απαγόρευσε την εφαρμογή της στα σχολεία της Κων/πολης. (από τα αρχεία της Βουλής των Ελλήνων)

 

 

 

 

 

 

 

Αναρτήθηκε από: spzoidis | 05/04/2015

ΕΜΦΥΛΙΟΣ 1823 – 1825

ΕΜΦΥΛΙΟΣ 1823 – 1825

Ο περισσότερο επικίνδυνος εμφύλιος πόλεμος στη νεότερη ιστορία της Ελλάδας μπορεί να χαρακτηριστεί αυτός της περιόδου 1823 – 1825 καθόσον οι συνέπειές του παραλίγο να κατέστρεφαν την απελευθερωτική επανάσταση του 1821. Την τελευταία στιγμή, η επαναστατημένη Ελλάδα, μπόρεσε να μαζέψει τα οικτρά αποτελέσματα του εμφυλίου αυτού και να παλέψει με όσες δυνάμεις της απέμεναν για την τελική επικράτηση της επανάστασης.

Οι πραγματικές αιτίες του εμφυλίου αυτού ανιχνεύονται αφενός πριν από την κήρυξη της επανάστασης, με τη γνωστή διαφωνία μεταξύ των Φαναριωτών και των Κοτζαμπάσηδων με τους οπλαρχηγούς και τους Φιλικούς της Πελοποννήσου, και αφετέρου μετά τις πρώτες επιτυχίες της επανάστασης στην Πελοπόννησο, με τις ίδιες περίπου διαφωνούσες παρατάξεις. Το μήλο της έριδας ήταν η μεταεπαναστατική διακυβέρνηση του νέου κράτους και το ποιος θα νεμόταν την εξουσία. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι, ιδιαίτερα μετά τις πρώτες επιτυχίες της επανάστασης, ο ξένος παράγοντας (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) έπαιξε σημαντικό ρόλο όχι μόνο στην τελική επικράτηση της επανάστασης αλλά και στις εσωτερικές διαμάχες των επαναστατημένων.

Οι δύο πρώτες ομάδες διεκδίκησης της εξουσίας ήταν η ομάδα των πολιτικών και εκείνη των στρατιωτικών. Η ομάδα των πολιτικών περιελάμβανε και τους προκρίτους- κοτζαμπάσηδες και εκείνη των στρατιωτικών την μεγάλη πλειοψηφία των οπλαρχηγών.

Οι στρατιωτικοί έχοντας να επιτελέσουν το σημαντικό έργο της εκδίωξης των Οθωμανών από ολόκληρη την Πελοπόννησο και να εξαπλώσουν την επανάσταση στα νησιά και την Στερεά Ελλάδα είχαν αφήσει την εξουσία στα χέρια των πολιτικών.  Οι πολιτικοί διέβλεπαν ότι οι στρατιωτικοί-οπλαρχηγοί με την δύναμη που διέθεταν θα μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να γίνουν εμπόδιο στις βλέψεις τους για την εδραίωση της εξουσίας τους. Μέσα σε αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα τον Μάρτιο και Απρίλιο του 1823 συνήλθε στο Άστρος Κυνουρίας η Β΄ Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων. Η παράταξη που επικράτησε τελικά ήταν αυτή των πολιτικών-προκρίτων που εξέλεξαν Πρόεδρο του Εκτελεστικού (πρωθυπουργό) τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Είναι γνωστό ότι ο Δημήτριος Υψηλάντης έγινε, στην αρχή, αποδεκτός σαν αρχηγός της επαναστατημένης Ελλάδας και από τις δύο ομάδες. Αλλά ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης δεν τον περιέβαλε με ιδιαίτερη εκτίμηση. Έτσι στην πρώτη ευκαιρία που του δόθηκε τον παραμέρισε. Ταυτόχρονα κατάργησε την Πελοποννησιακή Γερουσία και την θέση του αρχιστρατήγου που κατείχε ο Θ. Κολοκοτρώνης. Η μεγάλη δημοτικότητα αλλά και επιρροή που είχε ο Θ. Κολοκοτρώνης τον έκαναν αντιπαθή στους πολιτικούς και αφαιρώντας του την αρχιστρατηγία του στέρησαν το δικαίωμα να ηγηθεί της πολιορκίας της; Πάτρας. Οι ενέργειες αυτές του Μαυρομιχάλη και των πολιτικών προκάλεσαν την οργή των στρατιωτικών.

Τον Μάιο του 1823 ο Θ. Κολοκοτρώνης, με γνώμονα το καλό της επανάστασης και της Πατρίδας, δέχθηκε την θέση του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού. Το εκτελεστικό όμως ήταν σε μεγάλη διαμάχη με το Βουλευτικό η οποία πήρε εκρηκτικές διαστάσεις με την εκλογή του αγγλόφιλου Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου σαν Προέδρου του Βουλευτικού. Αποτέλεσμα της διαμάχης αυτής ήταν ο Θ. Κολοκοτρώνης να υποβάλει την παραίτησή του από τη θέση του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού, η οποία όμως δεν έγινε αποδεκτή.

Η απόφαση της κυβέρνησης να διαπραγματευτεί με Άγγλους τραπεζίτες τη χορήγηση δανείου με υποθήκη τα «εθνικά κτήματα» αποτέλεσε τη θρυαλλίδα που έσπασε δημιουργώντας χάος ανάμεσα στις αντίπαλες παρατάξεις. Αφορμή, όμως, για την έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου ήταν η απόφαση του Βουλευτικού να αποπέμψει τον Υπουργό Δημήτριο Περρούκα κατηγορώντας τον για υπέρβαση καθήκοντος. Οι στρατιωτικοί και οι οπλαρχηγοί, υπερασπιζόμενοι το Εκτελεστικό (την κυβέρνηση) διαλύουν το Βουλευτικό, κατηγορώντας το ότι δεν είχε νόμιμα ενεργήσει στην υπόθεση Περρούκα.

Το Φθινόπωρο του 1823 συγκεντρώθηκαν στη Σιλίμνα της Τρίπολης οι Θεόδωρος και Πάνος Κολοκοτρώνης, Θ. Νέγρης, Γεώργιος Σισίνης, Ασημάκης Φωτήλας, Οδυσσέας Ανδρούτσος, Δημήτριος Πλαπούτας, Νικηταράς, Δημήτριος Υψηλάντης, Γ. Καραμάνος, Μούρτζινος και πολλοί άλλοι οπλαρχηγοί που αποφάσισαν να αντισταθούν στον πρωθυπουργό Μαυροκορδάτο και ορκίστηκαν «ενώπιον της εικόνας του Χριστού» ότι θα αγωνιστούν ενωμένοι για την επιτυχία της επανάστασης.

Ο απλός και αγράμματος λαός είχε ταχθεί, στην πλειοψηφία του, με τον Θ. Κολοκοτρώνη και τους οπλαρχηγούς. Αλλά η παράδοξη ενέργεια του Θ. Κολοκοτρώνη να προσχωρήσει για σύντομο χρονικό διάστημα στην παράταξη των πολιτικών, με αντάλλαγμα τον διορισμό του γιού του Πάνου σαν φρούραρχου του Ναυπλίου, είχε αποτέλεσμα τον μεγάλο προβληματισμό των υποστηρικτών του. Τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν πολιτικός ελιγμός του Κολοκοτρώνη, ώστε να έχει έναν απόλυτα πιστό φρούραρχο στην σημαντικότερη, τότε, πόλη του Ναυπλίου αλλά πολλοί οπλαρχηγοί, μεταξύ αυτών και ο Πλαπούτας, ήταν εξοργισμένοι.

Χωρίς να είναι απόλυτα τεκμηριωμένο οι στρατιωτικού-οπλαρχηγοί αποφάσισαν να βαδίσουν εναντίον του Ναυπλίου όπου ήταν η έδρα του Βουλευτικού. Στα τέλη Νοεμβρίου του 1823 οι Πάνος Κολοκοτρώνης, Χατζηχρήστος και  Νικηταράς με 200 άνδρες βαδίζουν προς το Άργος. Το Βουλευτικό θορυβημένο καταφεύγει στο Κρανίδι ώστε, στην χειρότερη περίπτωση, να είναι κοντά στα νησιά τα οποία ήταν με το μέρος των πολιτικών.

Εκεί, συνεδριάζοντας χωρίς την προαπαιτούμενη απαρτία, καθαιρεί τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και κηρύσσει παράνομο το Εκτελεστικό. Τον Ιανουάριο του 1824 επανιδρύει νέο Εκτελεστικό με πρόεδρο τον Γεώργιο Κουντουριώτη και μέλη τους Παναγιώτη Μπόταση, Ιωάννη Κωλέττη, Νικόλαο Λόντο και Ανδρέα Ζαΐμη.

Ο κύβος, πλέον, έχει ριφθεί. Η δημιουργία δύο ισχυρών ομάδων εξουσίας ήταν γεγονός αφού την μία ομάδα αποτελούν οι «Κυβερνητικοί» (Γ. Κουντουριώτης, Α. Μαυροκορδάτος, Ι. Κωλέττης, Λόντος, Ανδρέας Ζαϊμης, Ανδρέας Μιαούλης, Παπαφλέσσας, Αναγνωσταράς κ.α.) με  έδρα τους το Κρανίδι και την άλλη οι «Αντικυβερνητικοί» (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Πάνος Κολοκοτρώνης, Νικηταράς κ.α.) με έδρα τους την Τρίπολη.

Οι «Κυβερνητικοί», (Μαυροκορδάτος, Γ. Κουντουριώτης, Ι. Κωλέττης, Α. Ζαϊμης, Λόντος κ.α.) είχαν σημαντική υποστήριξη από τους νησιώτες εφοπλιστές και κεφαλαιούχους, τους περισσότερους ρουμελιώτες οπλαρχηγούς, το μεγαλύτερο μέρος των πελοποννησίων γαιοκτημόνων, τους Έλληνες του εξωτερικού και τους περισσότερους φιλέλληνες. Έτσι με τη δύναμη και τον πλούτο στα χέρια τους απέκτησαν αμέσως σημαντικό πλεονέκτημα έναντι των αντικυβερνητικών τους οποίους κατηγορούσαν για δικτατορικές τάσεις. Οι «Αντικυβερνητικοί» στρατιωτικοί και οπλαρχηγοί κατηγορούσαν τους «Κυβερνητικούς» ότι παραδίδουν την Ελλάδα στους Άγγλους. Αφορμή της κατηγορίας αυτής ήταν τα  δάνεια της Αγγλίας που από τότε η λαϊκή θυμοσοφία εκφράζει με αυτή τη φράση τον άδικα υπερχρεωμένο ελληνικό λαό.

Το πρώτο δάνειο των 800.000 λιρών το χορήγησε η αγγλική τράπεζα Richard με ετήσιο επιτόκιο 59% και υποθήκη τα εθνικά κτήματα. Δεν είναι τυπογραφικό λάθος το 59%, είναι πραγματικότητα. Το δε πραγματικό ποσό που έφτασε στα ταμεία της κυβέρνησης ήταν 472.000 λίρες επειδή αφαιρέθηκαν οι πρώτοι τόκοι, οι μεσιτείες και οι προμήθειες κάθε είδους, και τα οδοιπορικά αυτών που πήγαν για να υπογράψουν (σας θυμίζουν τίποτε αυτά που συνέβησαν τότε;).

Το δεύτερο δάνειο των 2.000.000 λιρών με ετήσιο επιτόκιο 55% και με υποθήκη τα εθνικά κτήματα πάλι, είχε και αυτό ιδιαίτερους (;) όρους. Το επιτόκιο του πρώτου χρόνου προεισπράχθηκε, πληρώθηκαν οι άγγλοι μεσίτες και χρηματιστές και αγοράστηκαν υποχρεωτικά από τους δανειστές δύο παλαιά πλοία σε πολύ υψηλές τιμές. Έτσι έφτασαν στην Ελλάδα μόνο 80.000 λίρες. Το συνολικό χρέος έφτασε τα 2.800.000 λίρες με 59% και 55% επιτόκιο, η Ελλάδα εισέπραξε 550.000 λίρες περίπου και ο Τρικούπης, 60 χρόνια περίπου μετά, αναφώνησε δυστυχώς επτωχεύσαμεν. Είχε να πληρώνει ακόμη τα δάνεια της Αγγλίας.

Αρχές του 1825 χρεώθηκε η Κυβέρνηση κι’ ένα άλλο δάνειο 2.000.000 λίρες από ‘Άγγλους με 55% ετήσιο τόκο κι’ αυτόν προκαταβολικά εισπραγμένο για ένα χρόνο με νέα υποθήκη. Απ’ αυτά, 80.000 λίρες καθαρά έφτασε, να πάρει μόνο η κυβέρνηση στα χέρια της κι’ αυτές με χίλια βάσανα και ένα δυό πλοία, τα’ άλλα φαγωθήκανε από τους εγγλέζους μεσίτες και χρηματιστές, προτού να φθάσουν στην Ελλάδα.

Ο Κολοκοτρώνης προσπάθησε να εμποδίσει τη σύναψη αυτών των δανείων αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να τα βλέπει να κατασπαταλώνται από την κυβέρνηση στον εμφύλιο πόλεμο. Η κυβέρνηση τα διασπάθισε για να εξαγοράσει συνειδήσεις και υποστήριξη για να νικήσει τους στρατιωτικούς και τον Κολοκοτρώνη (οι συνειρμοί με την σημερινή πραγματικότητα είναι δικοί σας).

Τον Φεβρουάριο και Μάρτιο του 1824 άρχισαν οι πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ των δύο παρατάξεων στην Αρκαδία και την Αργολίδα με σχεδόν άνετη επικράτηση των κυβερνητικών. Στις 2 Μαρτίου 1824 οι κυβερνητικές δυνάμεις υπό τον Ανδρέα Μιαούλη πολιορκούν το Ναύπλιο και στις 31 Μαρτίου οι Νοταράς, Λόντος και Ζαΐμης φτάνουν στην Τρίπολη. Μετά από διαπραγματεύσεις ο Θ. Κολοκοτρώνης συμφωνεί να εγκαταλείψει την Τρίπολη και αυτή να γίνει ελεύθερη πόλη χωρίς να μπορεί κανείς να την καταλάβει. Οι κυβερνητικοί όμως καταπατούν την συμφωνία προκαλώντας την οργή του Κολοκοτρώνη, ο οποίος δίνει εντολή στον γιο του Πάνο, να λύσει την πολιορκία του Ναυπλίου και να καταλάβει το Άργος. Ο ίδιος άρχισε να πολιορκεί την Τρίπολη.

Εν τω μεταξύ ο Παπαφλέσσας και ο Αναγνωσταράς είχαν προσχωρήσει στην κυβερνητική παράταξη. Η αντικυβερνητική παράταξη, και ιδιαίτερα ο Κολοκοτρώνης ήλθαν σε δεινή θέση βλέποντας ότι δεν είχαν τις δυνάμεις να επιβληθούν. Έτσι επικράτησαν οι ψυχραιμότεροι και ο Κολοκοτρώνης σύρθηκε σε διαπραγματεύσεις με τον Γ. Κουντουριώτη. Παρά τις αντιρρήσεις των Υδραίων που ζητούσαν την κεφαλή του Κολοκοτρώνη συμφωνήθηκε να αναγνωρίσουν οι αντικυβερνητικοί την κυβέρνηση Κουντουριώτη, να παραδοθεί το Ναύπλιο και να χορηγηθεί γενική αμνηστία  στους αντικυβερνητικούς.  Με την συμφωνία αυτή, προσωρινή όπως αποδείχθηκε αργότερα, επήλθε ανακωχή και έληξε η Α΄ φάση του εμφυλίου πολέμου.

Το υπόβαθρο της  Β΄ φάσης του εμφυλίου πολέμου ανήκει στις εσωτερικές διαμάχες των κυβερνητικών και στα δάνεια. Οι Κουντουριώτης και Μαυροκορδάτος είχαν τελείως διαφορετικές απόψεις στη διαχείριση των δανείων. Οι εύποροι νησιώτες προσεταιρίστηκαν τους Στερεοελλαδίτες και παραμέρισαν του προκρίτους της Πελοποννήσου. Οι τελευταίοι αποχώρησαν από τον κυβερνητικό συνασπισμό και πήγαν με το μέρος του Κολοκοτρώνη.

Μέσα σε αυτό το κλίμα των πολιτικών ζυμώσεων, ο Κουντουριώτης που είχε τεράστιες οικονομικές δυσπραγίες μετά την κατασπατάληση των δανείων, επέβαλε νέους φόρους και έστειλε τα στρατεύματα να σιτίζονται σε βάρος των φτωχών χωριών της Πελοποννήσου. Οι κάτοικοι της Τριφυλίας αρνήθηκαν να πληρώσουν τους νέους φόρους και να θρέψουν στρατεύματα. Αυτό αποτέλεσε την αρχή της νέας φάσης του εμφυλίου πολέμου.

Ο Κουντουριώτης τον Οκτώβριο του 1824 έστειλε στρατεύματα στην Αρκαδία για να επιβάλουν τη θέληση της κυβέρνησης με τη βία. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης και ο Κανέλλος Δεληγιάννης επικεφαλής των αντικυβερνητικών έτρεψαν σε φυγή τον Παπαφλέσσα και τους 500 κυβερνητικούς στρατιώτες και οι συγκρούσεις γενικεύτηκαν.  Στις 13 Νοεμβρίου 1824 σκοτώνεται ο Πάνος Κολοκοτρώνης έξω από την Τρίπολη σε ενέδρα των κυβερνητικών. Ο Θ. Κολοκοτρώνης αποσύρεται στη Βυτίνα θρηνώντας το γιό του και αδιαφορώντας πλέον για τον εμφύλιο.

Η εντολή του Κουντουριώτη να εισβάλουν στρατεύματα από τη Στερεά Ελλάδα στην Πελοπόννησο, σηματοδότησε μία από τις αποκρουστικότερες σελίδες του εμφυλίου αυτού. Τα κυβερνητικά στρατεύματα με αρχηγούς τους Καραϊσκάκη και Γκούρα καταστρέφουν και λεηλατούν την Κορινθία και την Αχαΐα. Η επανάσταση διακυβεύονταν από την εμφύλια διαμάχη και ο φόβος της αποτυχίας της ήταν μεγάλος. Ο Δημήτρης Πλαπούτας, έχοντας παραμείνει ουδέτερος σε όλη τη διάρκεια του εμφυλίου έβλεπε από την κυβερνητική μεριά  τους Ι. Κωλέττη, τον Παπαφλέσσα, τον Γιάννη Γκούρα, τον Καραϊσκάκη, τον Κίτσο Τζαβέλα, τον Μακρυγιάννη και άλλους Ρουμελιώτες, Σουλιώτες και Υδραίους να πολεμούν τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, όλους τους Δεληγιανναίους, τον Νικηταρά, τον Ανδρέα Ζαϊμη, τον Ανδρέα Λόντο, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, τη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, τον Ασημάκη Φωτήλα, τους Νοταραίους και άλλους μπαρουτοκαπνισμένους οπλαρχηγούς, και καιγόταν η καρδιά του. Ανέλαβε να μεσολαβήσει για τον τερματισμό του εμφυλίου αλλά δεν τα κατάφερε.

Η εισβολή στην Πελοπόννησο, οι καταστροφές που ακολούθησαν και το αίμα που χύθηκε έδωσαν τη τελική νίκη στους κυβερνητικούς αλλά τραυμάτισαν βαριά την επανάσταση και την Ελλάδα. Αποτέλεσμα της αιματηρής επικράτησης των κυβερνητικών ήταν η σύλληψη και φυλάκιση στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία της Ύδρας των Κολοκοτρώνη, Θεόδωρου Γρίβα, Γεώργιου Σισίνη, Χρύσανθου Σισίνη, Σωτήρη Νοταρά, Ιωάννη Νοταρά, Δεληγιανναίων και αρκετών άλλων οπλαρχηγών. Ο Ασημάκης Φωτήλας διαφεύγει και ο Οδυσσέας Ανδρούτσος κυνηγιέται λυσσαλέα. Του υπόσχονται αμνηστία και τον Απρίλιο του 1825 ο Οδυσσέας Ανδρούτσος παραδίνεται στους κυβερνητικούς και φυλακίζεται στην Ακρόπολη της Αθήνας. Εκεί βασανίζεται απάνθρωπα και τον Ιούνιο του ίδιου έτους δολοφονείται από το πρώην πρωτοπαλίκαρο του Ιωάννη Γκούρα.

Η Τουρκοαιγυπτιακή συμμαχία έφτασε να ανησυχεί τον Κουντουριώτη και τους κυβερνητικούς όταν είχε σκοτωθεί ο Παπαφλέσσας στο Μανιάκι, όταν η μισή Πελοπόννησος είχε καταληφθεί και όταν πολιορκούσε ο Κιουταχής το Μεσολόγγι. Μπροστά στον κίνδυνο αυτό και τον πανικό της η κυβέρνηση αποφυλακίζει τον Κολοκοτρώνη και τον επαναδιορίζει αρχιστράτηγο για να αντιμετωπίσει την επερχόμενη καταστροφή. Καθαρά αγγλικός (των προστατών του Κουντουριώτη) πολιτικός  ελιγμός καθόσον εάν ο αποφυλακισμένος Κολοκοτρώνης αποτύγχανε θα έφερε το βάρος της αποτυχίας και εάν κατάφερνε το ακατόρθωτο τότε οι κυβερνητικοί θα είχαν στο μέλλον και άλλες ευκαιρίες να τον συντρίψουν. Όπως και προσπάθησαν να κάνουν μετά την τελική επικράτηση της επανάστασης.

Οι πτυχές της ιστορίας μας που παραμένουν καλά φυλαγμένες δεν μπορούν να μας διδάξουν. Αν ήταν γνωστά από τα μαθητικά μας χρόνια τα δάνεια της Αγγλίας και οι επιπτώσεις τους, κανείς από τότε δεν θα ήθελε ούτε μία δραχμή από κανέναν. Όπως ο Κολοκοτρώνης που σίγουρα δεν είχε κανέναν οίκο να τον αξιολογήσει παρά μόνο το ένστικτό του που μύριζε το αίμα που θα χυνόταν. Η εξουσία, λένε, διαφθείρει. Μήπως, όμως, οι διεφθαρμένοι επιζητούν δια πυρός και σιδήρου την εξουσία;

Τελικά αποτελεί σοκ το να μαθαίνει κανείς ότι οι ήρωες του 1821 πήραν στους τάφους τους, εκτός από δόξα, αρκετό αίμα και μεγάλο μίσος. Και αυτό έγινε μεταξύ ομοφύλων. Έλληνες εναντίον Ελλήνων.

Βιβλιογραφία:

  • Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της νεώτερης και σύγχρονης Ελλάδας, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1997
  • Κωστής Παπαγιώργης, Κανέλλος Δεληγιάννης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2001,
  • Douglas Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής  Τράπεζας, Αθήνα 1982,

ΣΠΥΡΟΣ Ν. ΖΩΪΔΗΣ

Αναρτήθηκε από: spzoidis | 05/04/2015

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΤΕΣ

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΤΕΣ

 

 

Από τις μελανότερες σελίδες της Ορθόδοξης εκκλησίας υπήρξαν εκείνες που γράφτηκαν εναντίον του Ελληνικού διαφωτισμού. Και αυτές οι σελίδες, σε εποχές μάλιστα που η υπόδουλη Ελλάδα αναζητούσε να επαναπροσδιοριστεί στο ιστορικό γίγνεσθαι -στα τέλη του 18ου αιώνα και τις αρχές του 19ου– αποτέλεσαν τροχοπέδη για την παιδεία και την πρόοδο της προεπαναστατικής και μετά-επαναστατικής  Ελλάδας.

Ο διαφωτισμός έχει χαρακτηριστεί σαν η πνευματική ατμομηχανή που έσυρε τα δικαιώματα του ανθρώπου και την επιστημονική επανάσταση έξω από τον σκοταδισμό που επικρατούσε στην Ευρώπη μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα. Κατά τον Kant ο διαφωτισμός είναι «η λύτρωση από το σκοτάδι της άγνοιας με την τόλμη του γνωρίζειν».

Το άκρως ριζοσπαστικό κίνημα του διαφωτισμού, που στόχευε στην αλλαγή της κοινωνίας δημιουργώντας αστική νοοτροπία σε αντιπαράθεση με την φεουδαρχική, είχε δύο σπουδαίους πυλώνες. Τις θετικές επιστήμες με τη νέα τους  προοπτική και την, ολωσδιόλου, νέα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Και οι δύο πυλώνες, δομημένοι με την νέα φιλοσοφική και κοινωνιολογική οπτική, απέρριπταν τα παλαιά και παραδοσιακά στερεότυπα, και έδιναν μία αισιόδοξη προοπτική στον άνθρωπο, και αναδείκνυαν νέες αξίες που θα οδηγούσαν σε ολική κοινωνική μεταρρύθμιση.

Όπως ήταν φυσικό, και παρά τα δεδομένα πενιχρά μέσα επικοινωνίας και μετάδοσης των ιδεών του καιρού εκείνου, οι ιδέες του διαφωτισμού δεν άργησαν να εξαπλωθούν από την πηγή τους -τον Γαλλικό Διαφωτισμό- σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη. Στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα έφτασαν μέσω λίγων, αλλά αξιόλογων πνευματικών και προοδευτικών Ελλήνων της διασποράς. Η δημιουργία κυρίαρχων εθνικών κρατών, με νέα αξιακή και  κοινωνική δομή που εξέφραζε το τρίπτυχο ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ-ΙΣΟΤΗΤΑ-ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ και η απόρριψη της παλαιάς πραγματικότητας που επαγγελόταν ο διαφωτισμός  δημιούργησαν ισχυρά μέτωπα εναντίον του.

Οι ιδέες του Διαφωτισμού, για τη νέα αντίληψη και προοπτική του ανθρώπου, διαδίδονται γρήγορα στους Έλληνες της Ευρωπαϊκής διασποράς. Τα πανεπιστήμια της Βιέννης, της Βενετίας, της Μπολόνιας και της Πάδουας γίνονται τα θερμοκήπια καλλιέργειας και μεταφύτευσης της διαφαινόμενης νέας πραγματικότητας. Έτσι δημιουργείται ένα νέο ιδεολογικό ρεύμα, με φιλοσοφικές, επιστημονικές, γλωσσικές και φιλολογικές προεκτάσεις που προσπάθησε να μεταλαμπαδεύσει τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό στην υπόδουλη Ελλάδα. Αυτή η πνευματική κίνηση επιχειρούσε, μέσω του ορθού λόγου, να απαλλάξει τον άνθρωπο από τις δεισιδαιμονίες και τις προλήψεις, την αυθεντία του κράτους-δυνάστη και της εκκλησίας και να επιβάλλει τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου. Αυτές, λοιπόν, οι ιδέες ενέπνευσαν μερικούς από τους πλέον καλλιεργημένους Έλληνες, που ζούσαν στη Δύση, του 2ου μισού του 18ου αιώνα, οι οποίοι δημιούργησαν τον Ελληνικό Διαφωτισμό.

Η Γαλλική επανάσταση και οι ιδέες πάνω στις οποίες στηρίχθηκε, αλλά και στη συνέχεια μετέδωσε σε όλους τους καταπιεσμένους λαούς, καθώς και φιλελευθερισμός που προήλθε από αυτήν, ενθουσιάζουν αρκετούς προοδευτικούς Έλληνες της Δύσης οι οποίοι διαβλέπουν να διαμορφώνονται κατάλληλες συνθήκες για μία ελληνική επανάσταση.

Τις ιδέες αυτές τις ενστερνίστηκαν και προσπάθησαν να τις μεταδώσουν στην υπόδουλη Ελλάδα δύο εξέχοντα πνεύματα της εποχής,  ο Ρήγας Φεραίος (1757-1798) και ο Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833) οι οποίοι θεωρούνται οι πρωτοπόροι του Ελληνικού διαφωτισμού.

Ο Ρήγας (γνωστός σε όλους τους Έλληνες) με την εγκατάστασή του στη Βιέννη, έδρασε πολιτικά με βάση την Γαλλική επανάσταση και τις ιδέες του διαφωτισμού. Η πεποίθησή, αλλά ταυτόχρονα και το μεγάλο όραμά  του, ήταν η απελευθέρωση της Ελλάδας και μαζί με τους υπόλοιπους λαούς των Βαλκανίων, να ελευθερωθούν και να δημιουργήσουν μια μεγάλη και ανεξάρτητη βαλκανική χερσόνησο. Μάλιστα το έργο του κρίνεται μεγαλειώδες μιας και οι ενέργειές του γίνονται κάτω από την μύτη του Μέττερνιχ. Η παιδεία, όμως, για τον Ρήγα ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος πάνω στον οποίο θα κτιζόταν η αναγέννηση του ελληνικού έθνους.

Ο Κοραής, ο οποίος ζούσε στο Παρίσι, ήταν άμεσα επηρεασμένος από τον διαφωτισμό και τον φιλελευθερισμό αλλά δεν είχε επαναστατικές ιδέες όπως ο Ρήγας. Πίστευε ότι η Ελλάδα έπρεπε να επανασυνδεθεί με τις αρχαίες ελληνικές της ρίζες και να ενστερνιστεί τις ιδέες της «πεφωτισμένης» Ευρώπης, την οποία θεωρούσε ότι ήταν η πνευματική κληρονόμος του αρχαίου Ελληνικού πνεύματος. Κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση αλλά υποτιμούσε το Βυζάντιο και την δύναμη της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Θεωρείται από τους δημιουργούς του ελληνικού γλωσσικού ζητήματος προτείνοντας μία μέση γλωσσική λύση, μεταξύ της γλώσσας των ελληνιστικών χρόνων και της δημώδους. Εξέδωσε πολλά βιβλία που είχαν σκοπό να διαφωτίσουν το ελληνικό έθνος, ώστε να μπορέσει να κατακτήσει την ελευθερία του.

Ο Κοραής και ο Ρήγας, μαζί με μια πλειάδα λογίων της εποχής, είχαν οραματιστεί -ο καθένας από τη δική του μεριά- να αναστήσουν την Ελλάδα, πείθοντας τους χριστιανούς ρωμιούς ότι είναι οι πραγματικοί απόγονοι των αρχαίων ελλήνων. Το μεγάλο φιλελληνικό ευρωπαϊκό κίνημα και ο διαφωτισμός συνετέλεσαν στην πραγματοποίηση αυτού του οράματος.

Οι σημαντικότεροι Έλληνες, που θεωρούνται οι πρωτοπόροι του διαφωτισμού στην Ελλάδα, προέρχονται περισσότερο από τις τάξεις των λαϊκών αλλά δεν έλειψαν και τα φωτισμένα μυαλά πολλών κληρικών. Αν και οι κληρικοί είχαν να αντιμετωπίσουν τις, ανατρεπτικές για την εκκλησία, ιδέες του Βολταίρου  και του Ρουσώ και γενικά ένα κύμα αθεΐας που συνόδευε τον Γαλλικό διαφωτισμό, εντούτοις  και με πολλούς κινδύνους, αποτέλεσαν σημαντικούς εκπροσώπους του ελληνικού διαφωτισμού.  Ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Νικηφόρος Θεοτόκης , ο Βενιαμίν ο Λέσβιος, ο Δωρόθεος Πρώϊος, ο Θεόφιλος Καΐρης και πολλοί άλλοι,  αν και όλοι τους κληρικοί, συνέβαλαν σημαντικά στη διάδοση και διδαχή των φυσικών και ανθρωπιστικών επιστημών. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ευγένιος Βούλγαρης  είχε θέσει την ακόλουθη επιγραφή -παράφραση του Πυθαγόρειου ρητού- στη σχολή του Αγίου Όρους όπου δίδαξε: «Αυτός που γνωρίζει  Γεωμετρία μπορεί να εισέλθει και εγώ δεν θα τον εμποδίσω.  Για αυτόν που δεν γνωρίζει, θα κλείσω τις πόρτες.»

Ο  Ιώσηπος Μοισιόδαξ, ο Δημήτριος Καταρτζής, ο Αθανάσιος Ψαλίδας και οι Νεόφυτος Δούκας,  Άνθιμος Γαζής, Κωνσταντίνος Οικονόμος εξ Οικονόμων,  Κωνσταντίνος Βαρδαλάχος, προσέδωσαν κύρος και πνευματικό ανάστημα στον ελληνικό διαφωτισμό, ο οποίος όμως -δυστυχώς- δεν μπόρεσε να φτάσει και στα κατώτερα στρώματα των υποδούλων ελλήνων, αφού οι περιορισμένες δυνατότητες εκπαίδευσης και διασποράς των ιδεών και η ακραία πολεμική της επίσημης Ορθόδοξης εκκλησίας αποτέλεσαν τον κυματοθραύστη του.

Η επίσημη Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν ο κυριότερος αντίπαλος του ελληνικού διαφωτισμού. Η άποψη που έχει προταθεί από αυτόκλητους υπερασπιστές της, ότι, δηλαδή, δεν ενεργούσε με τη θέλησή της αλλά εκτελούσε τις επιταγές των Οθωμανών, κρίνεται επιεικώς αστεία. Η Εκκλησία, θέλοντας να περιχαρακώσει το μεγάλο προνόμιο που είχε στην αποκλειστική δικαιοδοσία της την εκπαίδευση των υποδούλων ελλήνων, αγωνίστηκε εναντίον όχι μόνο των λαϊκών εκπροσώπων του διαφωτισμού, αλλά και των κληρικών της.

Η Εκκλησία, Ανατολική και Δυτική,  είναι αλήθεια ότι δέχθηκε ένα ισχυρότατο πλήγμα από τον διαφωτισμό. Ιδιαίτερα η Ανατολική Ορθόδοξη, η οποία ήταν μακριά από τα κέντρα του διαφωτισμού και επομένως δεν μπορούσε να έχει άμεση επαφή με τις ζυμώσεις της κοινωνίας που τον γέννησαν. Ο αντίκτυπος, ή αν θέλετε η ηχώ της ανθρώπινης κραυγής του διαφωτισμού, ήταν αρκετός για να την πανικοβάλει.

Ο ελληνικός διαφωτισμός είχε προβεί σε ….απαράδεκτες;;;;;;… για την εκκλησία ενέργειες. Ο πρώτος που ταράζει τα νερά, και μάλιστα αρκετά νωρίς, είναι ο Μεθόδιος Ανθρακίτης που τη δεκαετία του 1730 μεταφράζει Καρτέσιο και Μαλμπράνς και διδάσκει λογική και νεότερη Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία και μάλιστα  χρησιμοποιεί σαν γλώσσα διδασκαλίας την δημώδη. Ήλθε σε σύγκρουση με την εκκλησία όταν εκδίδει το πρώτο ελληνικό βιβλίο μαθηματικών. Μαθητής του υπήρξε ο Μπαλάνος Βασιλόπουλος που μετά το θάνατό του εξέδωσε τα βιβλία του  Λογική Ελάττων και Εισαγωγή της Λογικής.

Το πρώτο αυτό εγχείρημα ακολουθείται από εκείνο του Δ. Καταρτζή, συγγραφέα της πρώτης γραμματικής της σύγχρονης Ελληνικής γλώσσας που ήταν σε χρήση στην Κωνσταντινούπολη στα τέλη του 18ου αιώνα. Το γλωσσικό ζήτημα, αντίκτυπος και αυτός του διαφωτισμού, για την εκκλησία ήταν αδιανόητο μιας και η εκκλησιαστική γλώσσα -τότε, αλλά και τώρα, δυσνόητη από τον απλό κόσμο-  ήταν αυτή που έπρεπε κατά την εκκλησία να επικρατήσει, τουλάχιστον, στην παιδεία.

Η εκκλησία, παρά την άκρως συντηρητική και πάγια πολιτική της, δέχεται επανειλημμένα κτυπήματα από τις ρηξικέλευθες πολιτικές και εθνικές απόψεις του Ρήγα και τις εκπαιδευτικές και φιλοσοφικές απόψεις του Κοραή. Ακολουθεί  μια πλειάδα λογίων (αναφέρονται πιο πάνω) που προσπαθούν να αναδιοργανώσουν εκσυγχρονίζοντας εκ βάθρων την ελληνική παιδεία η οποία ήταν κάτω από την δικαιοδοσία της εκκλησίας. Επιχειρείται,  με άκρως διαφωτιστική   επιρροή, στροφή προς την ελληνική κλασσική παιδεία, τον φιλοσοφικό στοχασμό και την νέα επιστήμη της Ευρώπης.

Στα σημαντικά έργα του ελληνικού διαφωτισμού, και σαν προϊόν  της επιρροής του, κατατάσσονται βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά, ιδεολογικές προκηρύξεις και μυστικές ή συνωμοτικές ενώσεις συνθέτουν όλα μαζί το μέτωπο που η εκκλησία θεωρεί ότι οφείλει να το αντιμετωπίσει δυναμικά. Ενδεικτικά αναφέρονται Η Φιλολογική Εταιρεία του Βουκουρεστίου, το Ελληνόφωνο Ξενοδοχείο στο Παρίσι, το περιοδικό Ερμής ο Λόγιος, και οι ιδεολογικές προκηρύξεις όπως ο Ανώνυμος του 1789, ο Ρωσαγγλογάλλος το 1805, η Ελληνική Νομαρχία το 1806 και οι Στοχασμοί τον Κρίτωνος το 1819.  Η ιδεολογική-επαναστατική προκήρυξη Ελληνική Νομαρχία θεωρήθηκε από μια μερίδα της εκκλησίας ότι γράφτηκε από τον πράκτορα του Ναπολέοντα Α. Κοραή, όπως τον αποκαλούσε, και από άλλους φέρεται να έχει γραφεί από μαθητές και υποστηρικτές του Ρήγα και αντανακλούν τις απόψεις του. Αυτό όμως που θεωρήθηκε από την εκκλησία σαν πρόκληση ήταν η ελληνικότητα που απέπνεε  η Ελληνική Νομαρχία και που έκανε την επίσημη εκκλησία να απορήσει λέγοντας: «Πώς προκύψαμε από Ρωμιοί: “Έλληνες”;».

Η μεγάλη αυτή απορία της εκκλησίας δείχνει και το μέγεθος της αμετροεπούς συμπεριφοράς της ως τον μοναδικό φορέα της πάλαι ποτέ βυζαντινής αυτοκρατορίας και ειδικότερα του γένους των «Ρωμιών». Και η αντίδρασή της έχει τον χαρακτήρα των κατάλληλων ελιγμών, ώστε -ανάλογα με τις συνθήκες- να μην απολεσθούν τα κεκτημένα. Βέβαια, αν θέλει κανείς να ψηλαφίσει το σκεπτικό πίσω από κάθε αντίδραση της εκκλησίας δεν έχει παρά να ανατρέξει πρώτα στην Πατρική Διδασκαλία που εξέδωσε το Φανάρι το 1798 που εκφράζει τις απόψεις αλλά και το πνεύμα του Πατριαρχείου για την Γαλλική Επανάσταση και τον διαφωτισμό. Στην ίδια εγκύκλιο αναφέρονται οι φιλόσοφοι σαν σύνολο «πονηρών και μισάνθρωπων δαιμόνων» και  «Διεφθαρμένα ανδράρια». Ακολουθεί η «Χριστιανική Απολογία» του Αθ. Πάριου -που ανακηρύχτηκε αργότερα Άγιος- που έγραψε το 1800: «Μακράν η διαλεκτική σχέση. Μακράν η πολύσχημος Γεωμετρία. Μακράν η κενέμφατος Άλγεβρα. Μακράν κάθε ανθρώπινη επιστήμη και μάθησις. Εις τα εξ αποκαλύψεως δεν ζητείται απόδειξις, αλλά πίστις».

Μια συνοπτική αναφορά στις επίσημες αντιδράσεις της επίσημης Ορθόδοξης Εκκλησίας μας δίδει πλήρη εικόνα των όσων μέτρων έλαβε κατά του διαφωτισμού. Εκτός των διώξεων εναντίον των πλέον γνωστών Ρήγα και Κοραή, που είναι αρκετά γνωστές, υπάρχει μια πλειάδα διωχθέντων, σημαντικών πνευματικών ανθρώπων, αλλά μερικώς γνωστών. Και είναι σημαντικό το ότι η εκκλησία καταφέρεται εναντίον όλων των «νεωτεριζόντων» άσχετα αν αυτοί είναι λαϊκοί ή κληρικοί.

Η αρχή είχε γίνει περίπου το 1720 με τον Μεθόδιο Ανθρακίτη. Καθηγητής των μαθηματικών και φιλόσοφος, που κατηγορήθηκε σαν αιρετικός και οπαδός του ισπανού αιρετικού Μιγκέλ ντε Μολινός. Κλήθηκε σε απολογία από το Πατριαρχείο το οποίο τον καταδίκασε σε προσωρινή διδακτική αργία και έκαψε όλα του τα συγγράμματα. Ο Ανθρακίτης περιγράφει τα όσα έζησε την 30/11/1723 που του έκαιγαν τα βιβλία στο Φανάρι ως εξής:  «Οι φλόγες αντιφέγγισαν στα πρόσωπά τους, όχι όμως το φως μα τα σκοτάδια… Μου ζήτησαν να ομολογήσω, ότι παρεκινήθην από σατανικήν συνεργίαν, εθελοκακίαν και φρενοβλάβειαν και να τα αναθεματίσω ως δυσσεβή και γέμοντα πάσης βλασφημίας και ότι ουδέποτε πλέον θα διδάξω, ειδάλλως θα είμαι υπόδικος τω αιωνίω αναθέματι».

Ο Χριστόδουλος Παμπλέκης (1743-1793), λάτρης της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας αλλά και με επιρροές από τον Σπινόζα έγραψε το βιβλίο «Περί Φιλοσόφου, Φιλοσοφίας, Μεταφυσικών και Θείων Αρχών» στο οποίο αρνείται τα θαύματα και απορρίπτει το «πίστευε και μη ερεύνα». Η καταδίκη του Χριστόδουλου Παμπλέκη και μαζί με αυτόν όλου του Διαφωτισμού ήταν άμεση και σκληρή από το Πατριαρχείο, αφού διέβλεπαν στο έργο του και αντιχριστιανικές τάσεις. Ο Στέφανος Δούγκας, εξέχων κληρικός και λόγιος, με σπουδές στη Γερμανία και οπαδός της φιλοσοφίας του  F. Schelling, συγγράφει περί το 1813 το φιλοσοφικό του βιβλίο Εξέτασις της Φύσεως, το οποίο η Πατριαρχική Σύνοδος το 1817 το καταδικάζει και υποχρεώνει τον Δούγκα να υπογράψει δήλωση μετάνοιας.

Η περίπτωση του Βενιαμίν του Λέσβιου είναι ιδιάζουσα. Ιερέας, διαφωτιστής και από τα πρώτα μέλη της Φιλικής εταιρείας καταδικάστηκε το 1803 ερήμην από την Πατριαρχική Σύνοδο επειδή δίδασκε τη νέα φυσική κοσμολογία και το ηλιοκεντρικό σύστημα. Με την υποστήριξη όμως του Επίσκοπου Εφέσου Διονυσίου και του φαναριώτη Αλέξανδρου Μουρούζη η απόφαση δεν εκτελέστηκε και ο Βενιαμίν δίδαξε στη σχολή των Κυδωνιών μέχρι και το 1812. Στα επαναστατικά χρόνια διετέλεσε μέλος της Α’ εθνοσυνελεύσεως.

Οι διώξεις είναι πολλές και η Ορθόδοξη Εκκλησία προσπάθησε να δείξει την ισχύ της με όλα τα προσφερόμενα μέσα. Ήταν μια ευθεία προειδοποίηση σε όλους όσους …θεωρούσε… ότι την απειλούσαν. Ο διαφωτισμός για την εκκλησία ήταν αίρεση. Οι «πεπαιδευμένοι» έπρεπε να ριχτούν στο «Πυρ το εξώτερον». Ο  Ιώσηπος Μοισιόδαξ γράφει στην Απολογία του «Κατήντησα αλήτης εν ταις αλλοδαπαίς, επιθυμών πολλάκις αυτήν την επιούσιαν τροφήν, γεγηρακώς παρά καιρόν υπό των κακουχιών, και το δεινότατον, τέλος, ανδρί αισθητικώ, αντιπολεμών αεί την ατιμία….. Ιδού το γέρας, το οποίον απονέμει ως επί το πλείστον το γένος ημών τοις πεπαιδευμένοις».

Η περίπτωση όμως του Θεόφιλου Καϊρη (1784-1853) είναι ιδιάζουσα. Έζησε μαζί με τον Κοραή τις πολιτικές και πολιτισμικές μεταπτώσεις της Γαλλικής επανάστασης και σπούδασε φιλοσοφία, φυσική και μαθηματικά. Εκάρη μοναχός και δίδαξε συγκριτική θρησκειολογία. Ήταν λάτρης της αρχαίας κλασσικής παιδείας και είχε ονομαστεί «Νέος Σωκράτης». Το μεγάλο, κατά την εκκλησία, σφάλμα του ήταν η φανερή αμφισβήτηση του Ιουδοχριστιανισμού. Απέρριπτε το χριστιανικό θεολογικό πρότυπο και πρότεινε την αδογμάτιστη «θεοσέβεια». Αφού στα νεανικά του χρόνια είχε λάβει τα εύσημα της εκκλησίας, κατόπιν κυνηγήθηκε όσο κανείς άλλος. Εξορίστηκε και φυλακίστηκε. Τέλος απέδρασε στο Παρίσι και μετά στο Λονδίνο όπου έγινε δεκτός με ιδιαίτερες τιμές από την Αγγλική κυβέρνηση. Δίδαξε φιλοσοφία και θρησκειολογία.

Το οξύμωρο του ελληνικού διαφωτισμού ήταν ότι αναδείχθηκε όχι μόνο από λαϊκούς αλλά και μέσα από τις τάξεις των κληρικών. Η εκκλησία είχε να αντιμετωπίσει και δικά της «άρρωστα» μέλη, ποτισμένα με ιδέες που θα άλλαζαν τον κόσμο. Έβλεπε ότι θα έχανε την ισχύ της και την καθοδήγηση της παιδείας. Οι νεωτερισμοί της προκάλεσαν σοβαρές ανησυχίες. Και η αντίδρασή της ήταν σκληρή. Θεωρούσε, κατά τον καθηγητή π. Πηρουνάκη ότι «πολλές από τις εισαγόμενες νέες ιδέες συνιστούσαν ανατροπή της ρωμαίικης παράδοσης, την οποία είχε ταχθεί να φυλάει η Εκκλησία». Η μεγάλη δε διαφορά της γνώσης που εισήγαγε ο ελληνικός διαφωτισμός παρήγαγε αυτό, το αδιανόητο σήμερα, «Πώς προκύψαμε από Ρωμιοί: “Έλληνες;» που αναφώνησε εκείνα τα χρόνια η Εκκλησία.

Το κεφάλαιο Εκκλησία και Ελληνικός Διαφωτισμός είναι τεράστιο και σημαντικό για την Ελλάδα. Οι προεκτάσεις αυτής της διαμάχης έφτασαν, πολύ αργότερα,  μέχρι την απόσχιση από το Πατριαρχείο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ο Αρχμ. Βασίλειος Στεφανίδης υποστηρίζει ότι η παράταξη που ζήτησε και πέτυχε το 1833, την ανεξαρτητοποίηση της Ελλαδικής Εκκλησίας αποτελείτο από πολιτικούς και λογίους και αρχηγό τον θεολόγο κληρικό Θ. Φαρμακίδη, ευθέως επηρεασμένους από τον Κοραή και τις ιδέες του. Η βιβλιογραφία είναι τεράστια όπου καταγράφονται όλα όσα έχουν γίνει γνωστά και από τις δύο πλευρές.

Βιβλιογραφία

  1. Πασχάλη Κιτρομηλίδη, «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
  2. Αρχμ. Βασιλείου Στεφανίδη, Εκκλησιαστική Ιστορία, Εκδ. ΑΣΤΗΡ, 3η Αθήνα 1970
  3. Γρηγόριος Παλιουρίτης, Επιτομή ιστορίας της Ελλάδος, Βενετία 1815
  4. Χ.Κάτσικας- Κ. Θεριανός, Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης, εκδ. Σαββάλας
  5. Στ. Λαμνής, Τα Μαθηματικά και ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός επί Τουρκοκρατίας, εκδ. ΔΙΟΝ
  6. Π. Κονδύλης, Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός, εκδ. Θεμέλιο
  7. Γ, Βαλέτας, Οι διώξεις του Βενιαμίν και ο πολυτάραχος εθνοφωτιστικός του αγώνας, εκδ. Αιολικά Γράμματα 1974
  8. http://www.parliament.gr/1821

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ

Η υποταγή (Ισλάμ) σαν έννοια αλλά και πρακτική των φυλών της αραβικής ερήμου, και γενικά των λαών του τόξου της ημισελήνου, ήταν τρόπος ζωής δεδομένου ότι οι μικρές τους κοινωνίες ήταν δομημένες γύρω από τον φύλαρχο (Sheik) με πλήρη κοινωνική και οικονομική υποταγή σ’ αυτόν. Ο Θρησκευτικός τους προσανατολισμός ήταν προς τις παλιές ειδωλολατρικές λατρείες της αραβικής χερσονήσου, και στο βόρειο τμήμα της ημισελήνου προς ένα μείγμα Μιθραϊκής, Ζωροαστρικής αλλά και πρώιμης Χριστιανικής λατρείας.

Στα τέλη του 6ου και στις αρχές του 7ουμ.χ αιώνα  ο αραβικός κόσμος ήταν κατακερματισμένος. Η φεουδαρχική αντίληψη των φυλών και η νομαδική ζωή των βεδουίνων δεν ευνοούσαν την, έστω και μικρή, αστική κοινωνική δομή. Ο πλούτος ήταν συγκεντρωμένος στους μεγάλους εμπόρους και ιδιοκτήτες καραβανιών. Το διαμετακομιστικό εμπόριο γινόταν με τα καραβάνια που έφταναν μέχρι τις ακτές της Μεσογείου, για να φορτωθούν σε πλοία με προορισμό το Βυζάντιο και την Ευρώπη. Τα μακρινά ταξίδια μέσα στην καυτή έρημο ήταν πρόσφορα σε επαφές, συζητήσεις, σκέψεις και φαντασιώσεις. Η δε συναναστροφή ανθρώπων διαφορετικών φυλών, θρησκειών, κοινωνικών τάξεων, παιδείας και πολιτισμού, κέντριζαν το ενδιαφέρον και οδηγούσαν -τις περισσότερες φορές- στον προσηλυτισμό.

Μέσα σε αυτό το ιστορικό γίγνεσθαι εμφανίστηκε και έδρασε ο Μωάμεθ (570-632μ.χ) που η ιστορία τον έχει κατατάξει στους μεγάλους πολιτικό-θρησκευτικούς ηγέτες της ανθρωπότητας. Το ύψιστο κατόρθωμά του, της ένωσης των αραβικών φυλών και της ανασυγκρότησης της κοινωνικής τους δομής με την εδραίωση ενός θεοκρατικού κράτους, θεωρείται αξεπέραστο στην ιστορία.

Οι Ιουδαίοι και ιδιαίτερα οι Χριστιανοί, οι οποίοι κυριαρχούσαν στο θαλάσσιο εμπόριο και επομένως έρχονταν με άμεση επαφή με τα καραβάνια και τους ανθρώπους τους, ήταν ψυχογνώστες και άριστοι διαλεκτικοί συζητητές. Πιθανολογείται -βασίμως- ότι ο νεαρός Μωάμεθ ήλθε σε άμεση επαφή με πολλούς σημαντικούς Χριστιανούς και Ιουδαίους οι οποίοι διείδαν τον ιδιότυπο ζήλο του αλλά και την μεγάλη του περιέργεια για τα θρησκευτικά τεκταινόμενα. Ο Μωάμεθ (το πλήρες όνομά του ήταν Αμπού αλ Κασίμ Μουχάμαντ ιμπν Αμπντ Αλλάχ ιμπν Αμπντ αλ-Μουταλίμπ ιμπν Χασίμ), εργαζόμενος σαν οδηγός  στα καραβάνια του θείου του Αμπού Τάλιμπ, ταξίδευε πολύ. Είχε άπειρο χρόνο περισυλλογής και η έρημος προσφέρεται για ταξίδια του νου και εκστατικές σκέψεις. Ιδιαίτερα για ένα ανήσυχο και ιδιοφυές μυαλό που, ομολογουμένως, διέθετε ο Μωάμεθ.

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘΑΝΙΣΜΟΥ

Το μεγάλο σχέδιο που συνέλαβε ο Μωάμεθ, είχε σαν στέρεο υπόστρωμα την πολύ καλή γνώση του για την δομή και λειτουργία των αραβικών φυλών και την ψυχοσύνθεση του άραβα, και σαν κορωνίδα την πίστη του ότι αργά ή γρήγορα οι μονοθεϊστικές θρησκείες της μέσης ανατολής θα εύρισκαν πρόσφορο έδαφος στο αραβικό τόξο και την αραβική χερσόνησο. Άλλωστε είχε ο ίδιος πειστεί, και βαθειά πιστέψει στην ύπαρξη του ενός και μοναδικού Θεού.

Διαπίστωσε, όμως, ότι παρά τις προσπάθειες προσηλυτισμού που έκαναν οι Εβραίοι και ιδιαίτερα οι Χριστιανοί για αρκετούς αιώνες, οι άραβες δεν εμπιστεύονταν κάποιους που δεν ήταν από τις φυλές τους. Ταυτόχρονα ήταν γοητευμένος από τον Μονοθεϊσμό, και ιδιαίτερα από το Χριστιανικό κομμάτι του, και αρκετά φιλόδοξος. Σαν, αποδεδειγμένα, θρησκόληπτος και ταυτόχρονα ένθερμος αναζητητής, είχε μάθει την δύναμη της προσευχής από τους ερημίτες χριστιανούς μοναχούς που συναντούσε συχνά κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του μέσα στην έρημο. Μέσα στις ατέλειωτες ώρες αυτοσυγκέντρωσης άρχισε να βλέπει οράματα και το μυαλό του να γεννά ιδέες, γονιμοποιημένο από την Βίβλο, τα Ευαγγέλια και ιδιαίτερα από τον ασκητισμό των χριστιανών μοναχών της ερήμου. Η σύλληψη της ιδέας της προσαρμογής ή ακόμα και της ανάμιξης των δύο μονοθεϊστικών θρησκειών, του Εβραϊσμού και του Χριστιανισμού, με ταυτόχρονη διατήρηση της κοινής τους βάσης, δηλαδή της Βίβλου,  στην κοινωνικοπολιτική δομή και την ψυχοσύνθεση των αράβων ήταν ιδιοφυής. Όπως ιδιοφυής ήταν και η ιδέα της διατήρησης του κοινού σημείου/δεσμού όλων των ειδωλολατρικών αραβικών φυλών, που δεν είναι άλλο από το προσκύνημα του μετεωρίτη Κάαμπα που βρίσκεται στη Μέκκα.

Η ιδιοφυία διαπιστώνεται από το αποτέλεσμα που παράγει. Και αυτό που παρήγαγε ο Μωάμεθ ήταν η τρίτη  -σε χρονολογική σειρά εμφάνισης-  Μονοθεϊστική θρησκεία. Η λέξη «παρήγαγε» έχει τη ιδιαίτερη σημασία της επειδή ο Μωαμεθανισμός «παρήχθη» από τον Μωάμεθ που χρησιμοποίησε σαν πρώτες ύλες την Βίβλο των Εβραίων, την διδασκαλία του Ιησού και τα ευαγγέλια και τις μέχρι τότε θρησκευτικές παραδόσεις τους. Ιδιοφυώς απλά, αλλά με τη στόφα μεγάλου διδασκάλου, κατέταξε στους μεγάλους προφήτες τον Αδάμ, τον Νώε, τον Αβραάμ, τον Μωυσή και τον Ιησού (αποδεχόμενος την άποψη των μονοφυσιτών για την ανθρώπινη μόνο φύση του Ιησού) και ονόμασε τον εαυτό του τον τελευταίο και μεγαλύτερο προφήτη του ενός και μοναδικού Θεού. Την δε προσευχή των χριστιανών μοναχών της ερήμου την έκανε έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους της νέας πίστης και μάλιστα αυτή γινόταν, στα πρώτα χρόνια της επικράτησης του Μωαμεθανισμού, με το πρόσωπο στραμμένο προς την Ιερουσαλήμ.

Η ιστορία έχει καταγράψει την απαρχή του Μωαμεθανισμού με σημείο αναφοράς την Εγίρα (χίτζρα )που έλαβε χώρα το 622μ.χ δηλαδή το έτος της σωτηρίας του Μωάμεθ και αποτελεί την αρχή της Μωαμεθανικής χρονολογίας. Ήδη ο Μωάμεθ είχε γράψει, καθ’ υπαγόρευση του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, το Κοράνι και είχε αρχίσει να κηρύττει στην Μέκκα. Κατά την ελληνική παροιμία «ουδείς προφήτης στον τόπο του» οι συμπολίτες του ήταν απόλυτα εχθρικοί μαζί του και τιμώρησαν πολλούς από τους αρνητές της ειδωλολατρίας και οπαδούς της νέας θρησκείας. Η εχθρότητα αυτή τον ανάγκασε να φύγει κρυφά, συνοδευόμενος από πολλούς οπαδούς του, για την Μεδίνα. Εκεί βρήκε προσφορότερο έδαφος και τα κηρύγματά του είχαν αποτέλεσμα την μαζική προσηλύτιση χιλιάδων νέων πιστών. Ταυτόχρονα άρχισε να θεμελιώνει το θεοκρατικό κράτος που είχε μορφώσει στο μυαλό του και είχε τις θεμελιώδεις διατάξεις του γραμμένες στο Κοράνι. Το 630μ.χ ύστερα από μερικές αποτυχημένες προσπάθειες, κατέλαβε θριαμβευτικά τη Μέκκα την οποία ανακήρυξε ιερή πόλη, απογύμνωσε την Κάαμπα από τα είδωλα και την μετέτρεψε σε σύμβολο επικράτησης της νέας θρησκείας και τόπο προσκυνήματος των πιστών της.

Η επικράτηση της νέας θρησκείας αλλά και της πρωτόγνωρης κοινωνικοπολιτικής δομής ενός κράτους που ο θρησκευτικός ηγέτης του ήταν ταυτόχρονα και ο πολιτικός ηγέτης, υπήρξε θεαματική. Η νέα θρησκεία από το όνομα του ιδρυτή της ονομάστηκε Μωαμεθανισμός. Τα χαρακτηριστικά α) Ισλαμισμός που προέρχεται από τη λέξη «Ισλάμ» και που σημαίνει ευσεβής και β) Μουσουλμανισμός που προέρχεται από τη λέξη «μουσλήμ» και που σημαίνει αφοσιωμένος στον Θεό, αποδόθηκαν πολύ αργότερα και κρατούν μέχρι και σήμερα την ταυτόσημη με τον Μωαμεθανισμό έννοιά τους.

ΤΟ ΚΟΡΑΝΙ

Η πολυπλοκότητα της θρησκευτικής, πολιτιστικής και πολιτικής μορφής πίστης του Ισλάμ, σαν κοινωνικό φαινόμενο, δεν έχει αξιολογηθεί πλήρως. Και αυτό συμβαίνει, κατά την άποψη του γράφοντα, επειδή η βάση του φαινομένου αυτού, που είναι το Κοράνι, εμπεριέχει ασάφειες και αντιφάσεις σε πολλά από τα κεφάλαιά του, ιδιαίτερα σε αυτά που αφορούν στην κοινωνική και κρατική δομή του θεοκρατικού κράτους που ευαγγελίζεται. Το νομοκανονικό του μέρος είναι επιγραμματικό χωρίς δομημένο σύστημα και μέθοδο, το οποίο είναι αποτέλεσμα του αποσπασματικού τρόπου γραφής του. Επιπλέον η γλώσσα της αρχαίας αραβικής, στην οποία είχε γραφεί, είναι μία γλώσσα χωρίς φωνήεντα τα οποία ακούγονται μόνο κατά την εκφώνηση των συμφώνων χωρίς να υπάρχει κανόνας εκφώνησης. Αυτό δημιούργησε πολλές λανθασμένες αποδόσεις και μεταφράσεις του Κορανίου, ακόμα και στους άραβες. Ακόμα και σήμερα δυτικοί μελετητές, ανάλογα με την θέση που έχουν προς τον Μωαμεθανισμό, ερμηνεύουν το Κοράνι με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους.

Παρ’ όλα αυτά το Κοράνι αποτέλεσε -και αποτελεί- τον ακρογωνιαίο λίθο του όλου εγχειρήματος. Το Κοράνι, η «Μητέρα της Βίβλου» και η «Καλώς διατηρούμενη πλάκα» κατά την ισλαμική παράδοση, είναι «άκτιστο» που υπάρχει σαν αιώνια εκδήλωση της αιώνιας θείας θελήσεως. Το Κοράνι που βρίσκεται στα χέρια των ανθρώπων, είναι το αντίγραφο του Θεϊκού πρωτότυπου. Έχει δε, κατά τους πιστούς του, τις ιδιότητες του άναρχου, αδημιούργητου, αλάνθαστου. Τη θέση την οποία έχει στην Χριστιανική Θεολογία ο Χριστός, ως προαιώνιος Λόγος του Θεού, έλαβε στο Ισλάμ το Κοράνιο. Η γνωστική θεώρηση του Ευαγγελίου του Ιωάννη «Εν Αρχή ήν ο Λόγος…… και ο Λόγος σαρξ εγένετο» έχει ταυτιστεί με το Κοράνι που, σε ελεύθερη ισλαμική απόδοση, μπορεί ναι αποδοθεί σε «Εν Αρχή ήν ο Λόγος….. και ο Λόγος βιβλίο εγένετο».

Για να κατανοήσει κανείς τον Μωαμεθανισμό οφείλει να γνωρίσει, αν όχι να κατανοήσει, το Κοράνι. Το Κοράνι (Αλ-Κουράν αλ-Καρίμ, δηλαδή  το Ιερό Ανάγνωσμα) αποτελεί την αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο. Ο Θεός, ο Αλλάχ του Μωαμεθανισμού, είχε αποκαλυφθεί, όπως δίδαξε ο Μωάμεθ, μέσω της Βίβλου στους Ιουδαίους και μέσω του Ιησού στους Χριστιανούς αλλά αυτοί αλλοίωσαν και νόθευσαν τον Λόγο του. Έτσι ο Αλλάχ επέλεξε σαν τον μεγαλύτερο και τελευταίο προφήτη του τον Μωάμεθ και αποκάλυψε σ’ αυτόν τον γνήσιο Λόγο Του μέσω του Αρχαγγέλου Γαβριήλ. Έτσι το Κοράνι αποτέλεσε τον νόμο του Αλλάχ και περιλαμβάνει τις καταστατικές αρχές της ζωής και της κοινωνικής συμπεριφοράς ενός πιστού.

Ο Λόγος του Αλλάχ περιλαμβάνει όλες τις αλήθειες της πίστης και της κοσμικής και πολιτικής ζωής ενός Μουσουλμάνου. Οι θεμελιώδεις διδασκαλίες του Κορανίου οριοθετούνται από την απόλυτη Μονοθεΐα, την δημιουργία του σύμπαντος και του ανθρώπου, και την εσχατολογική αντίληψη του διεκδικούμενου παραδείσου.

Ας δούμε αυτές τις θεμελιώδεις αρχές που αποκαλύπτει το Κοράνι.

  • Πίστη στον Ένα και Μοναδικό Θεό (Αλλάχ) και στον Προφήτη του Μωάμεθ (σαχάντα)
  • Τήρηση αυστηρά προκαθορισμένης προσευχής (σαλάχ)
  • Νηστεία (σάουμ) τον μήνα Ραμαζάν
  • Προσκύνημα της Κάαμπα στη Μέκκα (χάτζ)
  • Απόλυτη πίστη στο καντάρ (πεπρωμένο) και στο κισμέτ (τύχη κατά το θέλημα του Θεού) που καθορίζει την ζωή κάθε πιστού
  • Ελεημοσύνη (ζακάτ) στους φτωχούς και αδυνάτους
  • Αθανασία της ψυχής με αμοιβή τον Παράδεισο ή την Κόλαση

Η τήρηση αυτών των θεμελιωδών κανόνων εξασφαλίζουν θέση στον Παράδεισο γεμάτο με υλικά αγαθά και μάλιστα χωρίς τη διαμεσολάβηση ιερατείου και συγχωροχάρτια. Διότι ο Αλλάχ, σαν παντοδύναμος γνωρίζει τα πάντα και αυτός αποφασίζει.

Το Κοράνι αποτελείται από 114 Σούρες -Σουράτ- (κεφάλαια) και κάθε Σούρα χωρίζεται σε πολλά Αγιάτ (στίχους), είναι γραμμένο (όπως προανέφερα) στην αραβική κλασσική χωρίς φωνήεντα γλώσσα της Χετζάζης, και θεωρείται εκπληκτικής ωραιότητας και λογοτεχνικής αξίας κείμενο. Η ανάγνωσή του γίνεται πάντα από το πρωτότυπο αραβικό κείμενο, με μακρόσυρτους συλλαβισμούς (περισσότερο και από αυτούς της ανάγνωσης των Ευαγγελίων) και κατά ορισμένους μελετητές η λέξη Κοράνι ετυμολογείται, από την αρχαία συροαραβική λέξη iqra που μπορεί να μεταφρασθεί σαν ανάγγειλε, κήρυξε, με συνέπεια η ομόριζη λέξη προς το iqra λέξη qur’ an να  αποδίδεται σαν  κήρυγμα, αναγγελία. (σημείωση: η άποψη ορισμένων ελλήνων μελετητών ότι η λέξη Κοράνι ετυμολογείται από το ελληνικό -ομηρικό;- ρήμα κορέω που σημαίνει σπέρνω και γονιμοποιώ -εξ ού και το διακορεύω της νέας ελληνικής- ήτοι σπέρνω/γονιμοποιώ τον Λόγο του Θεού, μοιάζει να έχει υποστεί προκρούστειο κλίνη. Αινιγματική όμως είναι και η σούρα 30 στην οποία αναφέρεται «οι Ρούμ – Έλληνες- πάντα θα νικούν, είναι θέλημα του Αλλάχ»).

Ανάμεσα στις σούρες που προξενούν βαθειά θεολογικά ερωτήματα αλλά και θαυμασμό για την σύλληψή τους είναι α) η Σούρα 19, Αγιάτ 35: «Δεν ταιριάζει στη μεγαλειότητα του Αλλάχ να πάρει (να γεννήσει) ένα γιο. Δόξα πρέπει σ’ αυτόν! όταν αποφασίζει για κάτι τι, λέει μόνο γι’ αυτό «Γενηθήτω» και γίνεται», και β) η Σούρα 112 Αγιάτ 3: «(Ο Αλλάχ) ποτέ δεν γέννησε, και ποτέ δεν γεννήθηκε». Με την πρώτη απορρίπτει θεολογικά την Θεότητα του Χριστού και με τη δεύτερη διακηρύττει την αιώνια και Άναρχη ύπαρξη του Θεού. Η κοσμική και κοσμολογική θεώρηση του Μωάμεθ αποκαλύπτεται στη Σούρα 26 Αγιάτ 192 που γράφει «Το Κοράνιο αυτό είναι αποκάλυψη του Κυρίου του σύμπαντος κόσμου». Η συγκριτική θρησκειολογία και οι μελετητές της δεν έχουν καταλήξει αν οι παραπάνω Σούρες, δηλαδή αυτά που οραματίστηκε ο Μωάμεθ είναι ενόραση ή αρχέτυπη γνώση. Και πώς αυτή η αρχέτυπη γνώση έγινε κτήμα του. Πάντως είναι οφθαλμοφανής ο επηρεασμός του από τις αρχέτυπες κοσμολογικές και κοσμογονικές ιδέες της ανατολής.

ΤΟ ΚΟΡΑΝΙ ΚΑΙ Ο ΜΩΑΜΕΘΑΝΙΣΜΟΣ ΣΗΜΕΡΑ

Η παραδοχή αλλά και αποδοχή της διαφορετικότητας στη σημερινή κοινωνία είναι ζωτικής σημασίας. Για να αποδεχθείς «τον άλλον» είναι αναγκαίο να τον γνωρίσεις, πέρα από φανατισμούς και προκαταλήψεις. Και η κατανόηση του Μωαμεθανισμού συμποσούται στην κατανόηση του Κορανίου.

Η σύγχρονη έρευνα, αγνοώντας ότι το Κοράνι είναι αποτέλεσμα μίξης γνώσης, ενόρασης και καρδιάς αποκλειστικά γραμμένο για λαό που σχεδόν με το ζόρι (σε πολλές δε περιπτώσεις -βλ. Περσία-  αποκοβόταν από την ειδωλολατρική του ιερουργική πρακτική και που είχε νοοτροπία ολωσδιόλου διαφορετική από την κοινωνικά συμβατική που υπάρχει σήμερα, αντιμετωπίζει βασικά προβλήματα κατανόησης του Ισλάμ.

Η κύρια τάση της σύγχρονης έρευνας επικεντρώνεται στην ιστορική καταβολή του Μωάμεθ και την αναζήτηση των αιτίων που διαμόρφωσαν τις βασικές του θεολογικές αντιλήψεις. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα βασικές έννοιες όπως καλό, κακό, πίστη και δικαιοσύνη, να ερμηνεύονται με τον δυτικό τρόπο κατανόησης των ιδεών και να μη μπορούν να γίνουν κατανοητές ερμηνείες που έχει εδραιώσει ο Μωαμεθανισμός στην πορεία των 14 περίπου αιώνων της ύπαρξής του. Μία άλλη παράμετρος που ποτέ δεν έχει «διδαχθεί»  είναι η διαπίστωση ότι η ψυχή του Αραβικού πολιτισμού και του Ισλάμ, με όλα τα συν και τα πλην στην ιστορική του πορεία, είναι το Κοράνι.

Στην σύγχρονη Ισλαμική πνευματική πραγματικότητα το Κοράνι αποτελεί το κανάλι επικοινωνίας του πιστού με τον Θεό. Είναι το μόνο αισθητό σημείο της παρουσίας του Αλλάχ, και αυτό επειδή στον Μωαμεθανισμό δεν υπάρχουν ιερατεία, μυστήρια, εικόνες, καντήλια, μετάληψη και γενικά λειτουργική ζωή που να μπορούν να αποτελέσουν στοιχεία επικοινωνίας του πιστού με τον Θεό του. Οι Μωαμεθανοί είναι απόλυτα προσηλωμένοι κατά γράμμα στο Κοράνι και δεν είναι υπερβολή να αναφερθεί ότι η Ισλαμική υποταγή των πιστών εκτείνεται ακόμα και σε μεμονωμένες λέξεις του.

Και στους δύο βασικούς κλάδους του Μωαμεθανισμού, τους Σουνίτες και τους Σιίτες, το Κοράνι παραμένει ένα, και αναλλοίωτο. Οι υπάρχουσες διαφορές έχουν αφετηρία τους τα Χαντίθ που αποτελούν την ιερή παράδοση της συμπεριφοράς και της σοφίας του Μωάμεθ. Εάν το Κοράνι είναι ο Λόγος του Θεού τότε, κατά το Ισλάμ, τα Χαντίθ είναι ο λόγος του Μωάμεθ.

Και εδώ αρχίζει η διαφοροποίηση των ερμηνειών των λόγων του Μωάμεθ που έχει σαν αποτέλεσμα την εμφάνιση της θρησκευτικής βίας του Ισλάμ. Βέβαια η  θρησκευτική βία ενυπάρχει, σε πολύ μικρότερο βαθμό και στις άλλες μονοθεϊστικές θρησκείες αλλά σαν αποτέλεσμα της πολιτικής και πρακτικής των ιερατείων τους και όχι των ιερών τους κειμένων. Ενώ στο Ισλάμ η βία απορρέει και από τις δύο πηγές του, το Κοράνι και τα Χαντίθ. Οι άπιστοι είχαν απαξιωτική έως  απόλυτα εχθρική αντιμετώπιση από το Ισλάμ και αυτή μπορεί να είναι μία από τις βασικότερες αιτίες της διαφορετικότητας. Οι ιεροί πόλεμοι (τζιχάντ) των Ισλαμιστών έχουν αρνητικά καταγραφεί στην ιστορική συνείδηση, ιδιαίτερα του δυτικού κόσμου, και αποτελούν σημείο αναφοράς της δυσκολίας που ο δυτικός κόσμος επιδεικνύει όταν καλείται να ενσωματώσει στην κοινωνική του δομή Μουσουλμάνους.

Η ενσωμάτωση αυτή, όσο αναγκαία και αν είναι με την πολύ-πολιτισμικότητα της σημερινής κοινωνίας, παρουσιάζει δυσκολίες που αναφύονται από πρακτικές και συμπεριφορές της καθημερινής ζωής των Μουσουλμάνων και τις οποίες δεν μπορεί να κατανοήσει ο δυτικός, ή αν θέλετε, ο αλλόθρησκος προς το Ισλάμ κόσμος.

Ο ισλαμικός νόμος του Κορανίου είναι εντελώς διάφορος από τον νόμο και το δίκαιο του δυτικού κόσμου. Το νομοκανονικό πλαίσιο απονομής της δικαιοσύνης αλλά και αυτή ακόμη η έννοια της δικαιοσύνης είναι τόσο διαφορετικά που ένας μη μουσουλμάνος είναι αδύνατον να κατανοήσει. Το Κοράνι επιβάλει ένα απόλυτα καθορισμένο πλαίσιο συμπεριφοράς του μουσουλμάνου στην κοινωνική αλλά και πολιτική καθημερινή ζωή του. Είναι αυτονόητο ότι σημαντικός αριθμός νομοκανονικών διατάξεων του Κορανίου έχουν ξεπεραστεί από την ιστορική εξέλιξη και να είναι σε πολλές ισλαμικές κοινωνίες σε αχρηστία. Οι σύγχρονες αντιλήψεις περί δικαίου και δικαιοσύνης, αλλά και αντιλήψεις που επιβάλλει η εξέλιξη της κοινωνίας, είναι πολύ δύσκολο να γίνουν αποδεκτές από μεγάλη μερίδα μουσουλμάνων. Καμία κοσμική εξουσία κρατών που η μεγάλη τους πλειοψηφία αποτελείται από μουσουλμάνους δεν μπορεί να παραβλέψει την θρησκευτική τους συνείδηση.

Το μελανότερο σημείο αναφοράς της σημερινής ισλαμικής πρακτικής, κατά ορισμένους «υπέρμαχους» της δύσης είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το Κοράνι περιλαμβάνει, στη σούρα του Προφήτη, τα περισσότερα ανθρώπινα δικαιώματα που, εξ αυτού του λόγου, προέρχονται από τον Αλλάχ και επομένως έχουν την ίδια Θεϊκή ουσία. Επιγραμματικά σταχυολογώ τα εξής:

  • η ισότητα όλων των ανθρώπων είναι δεδομένη επειδή όλοι οι άνθρωποι είναι πλασμένοι από τον Αδάμ και επομένως καμία διάκριση χρώματος, φυλής, θρησκείας κλπ. δεν μπορεί να υφίσταται.
  • οι αδύναμες κοινωνικές ομάδες όπως γέροι, παιδιά και άρρωστοι πρέπει να προστατεύονται όπως και η τιμή της γυναίκας η οποία δεν μπορεί να υφίσταται σεξουαλική καταπίεση (Κοράνιο σ.17 α.32).
  • η προστασία της ζωής του ανθρώπου δηλώνεται απερίφραστα «…αν κανείς τους σκοτώσει κάποιον- εκτός βέβαια αν πρόκειται για δολοφόνο η κακοποιό στη γη- θα είναι, σαν να σκοτώνει όλο τον κόσμο. Αν όμως κανείς, σώσει κάποιον θα είναι σαν να σώζει όλον τον κόσμο» (Κοράνι σ.5 α.32), και «να μην αφαιρείτε ζωή που ο Αλλάχ την έχει κάνει απαραβίαστη» (Κοράνι σ. 17 α. 33)
  • η ελευθερία συνείδησης «Στη Θρησκεία δεν υπάρχει καταναγκασμός. Διότι η Αλήθεια έχει ξεχωριστεί απ’ την Πλάνη…» (Κοράνι σ.2 α.256), «Μη βρίζετε εκείνους που επικαλούνται άλλους, αντί του Αλλάχ… Έτσι κάναμε κάθε λαό να γοητεύεται με τις δικές του πράξεις», (Κοράνι, σ. 6 α.108), «Και μη φιλονικείτε με τους οπαδούς της Βίβλου, εκτός αν πρόκειται για απλή συζήτηση… Και να τους πείτε: Πιστεύουμε στην Αποκάλυψη που έχει σταλεί σ’ εμάς και σ’ αυτή που έχει σταλεί σ’ εσάς. Ο Θεός μας και ο Θεός σας είναι Ένας, και εμείς σ’ Αυτόν έχουμε υποταχθεί» (Κοράνι σ.29 α.46)

Φαντάζομαι έναν κόσμο που τα ανωτέρω ανθρώπινα δικαιώματα, που στην ουσία επιβάλει ο Αλλάχ μέσα από το Κοράνι, να είχαν εφαρμογή. Όχι πλήρη, που είναι και το Μωαμεθανικό ιδανικό, αλλά σε κάποια μορφή τους. Διότι αυτό το οποίο διαπιστώνουμε  είναι η πλήρης απαξίωση τους και καταπάτησή τους από την πολιτική εξουσία μερικών Ισλαμικών κρατών, που σε πολλές περιπτώσεις είναι ταυτόχρονα και θρησκευτική εξουσία. Άλλωστε τα ανθρώπινα δικαιώματα που περιλαμβάνει το Κοράνι, στην ουσία, δεν διαφέρουν από αυτά που όλος ο κόσμος τα θεωρεί δεδομένα. Το πρόβλημα όμως είναι η εφαρμογή τους και η ελαστικότητα με την οποία ερμηνεύονται. Πολλές ισλαμικές κυβερνήσεις μπορούν, χωρίς ενδοιασμό και με βάση το Κοράνι, να χαρακτηρισθούν άπιστοι και εχθροί του Προφήτη εφόσον παραβιάζουν κατάφωρα τον Αιώνιο Λόγο Του.

Η διαπίστωση είναι ότι ο Μωάμεθ έχει επηρεάσει τον ρου της ιστορίας δίνοντας στις Αραβικές φυλές εθνική οντότητα και ιδρύοντας μία μεγάλη θρησκεία. Η θρησκεία αυτή δεν είναι τίποτε περισσότερο από μία νεότερη έκδοση της Μονοθεϊστικής θρησκείας της Ερήμου με ένα καταπληκτικό αραβικό περιτύλιγμα. Η δε συνεκδοχή της θρησκείας με την πολιτική εξουσία έδωσε το –με τα σημερινά δεδομένα συνεκτιμούμενο- θεοκρατικό μοντέλο διακυβέρνησης. Το μοντέλο αυτό είναι που ο σημερινός δυτικός κόσμος έχει αποκηρύξει, και ο οποίος -μετά τον διαφωτισμό- έχει επιβάλλει το διαχωρισμό θρησκείας και κράτους.

Η διαφοροποίηση του Ισλαμικού με τον δυτικό κόσμο έχει χαοτικές διαστάσεις εξ’ αιτίας  της αδυναμίας του δυτικού να κατανοήσει την μη εξελικτική πορεία του ανθρώπου που επιβάλει ο Μωαμεθανισμός με το Κοράνι στην κρατική δομή της εξουσίας και στην κοινωνική συμπεριφορά του μουσουλμάνου. Αν η διαφορετικότητα παρέμενε μόνο σε θρησκευτικό επίπεδο, έχω την πεποίθηση, ότι η αρμονική συνύπαρξη θα ήταν δεδομένη και οι θεολογικές διαφορές θα έδιναν ένα θαυμάσιο βήμα αντιπαραβολής και ζήλο στην έρευνα της αλήθειας και στην αναζήτηση του επίγειου παράδεισου του κοινωνικού ευ ζην.

Πέρα, όμως, και πάνω από όλα αυτά, ο Μωάμεθ έδωσε, και εξακολουθεί να δίνει, ένα θαυμάσιο κανάλι επικοινωνίας του ανθρώπου με το Θείο. Αυτό μπορεί να το καταλάβει κανείς όταν βλέπει την συγκίνηση, την ηρεμία και την έκσταση που νοιώθει ο πραγματικά πιστός μουσουλμάνος όταν κάνει την προσευχή του μέσα στο τζαμί.

Older Posts »

Kατηγορίες