Αναρτήθηκε από: spzoidis | 05/04/2015

ΕΜΦΥΛΙΟΣ 1823 – 1825

ΕΜΦΥΛΙΟΣ 1823 – 1825

Ο περισσότερο επικίνδυνος εμφύλιος πόλεμος στη νεότερη ιστορία της Ελλάδας μπορεί να χαρακτηριστεί αυτός της περιόδου 1823 – 1825 καθόσον οι συνέπειές του παραλίγο να κατέστρεφαν την απελευθερωτική επανάσταση του 1821. Την τελευταία στιγμή, η επαναστατημένη Ελλάδα, μπόρεσε να μαζέψει τα οικτρά αποτελέσματα του εμφυλίου αυτού και να παλέψει με όσες δυνάμεις της απέμεναν για την τελική επικράτηση της επανάστασης.

Οι πραγματικές αιτίες του εμφυλίου αυτού ανιχνεύονται αφενός πριν από την κήρυξη της επανάστασης, με τη γνωστή διαφωνία μεταξύ των Φαναριωτών και των Κοτζαμπάσηδων με τους οπλαρχηγούς και τους Φιλικούς της Πελοποννήσου, και αφετέρου μετά τις πρώτες επιτυχίες της επανάστασης στην Πελοπόννησο, με τις ίδιες περίπου διαφωνούσες παρατάξεις. Το μήλο της έριδας ήταν η μεταεπαναστατική διακυβέρνηση του νέου κράτους και το ποιος θα νεμόταν την εξουσία. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι, ιδιαίτερα μετά τις πρώτες επιτυχίες της επανάστασης, ο ξένος παράγοντας (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) έπαιξε σημαντικό ρόλο όχι μόνο στην τελική επικράτηση της επανάστασης αλλά και στις εσωτερικές διαμάχες των επαναστατημένων.

Οι δύο πρώτες ομάδες διεκδίκησης της εξουσίας ήταν η ομάδα των πολιτικών και εκείνη των στρατιωτικών. Η ομάδα των πολιτικών περιελάμβανε και τους προκρίτους- κοτζαμπάσηδες και εκείνη των στρατιωτικών την μεγάλη πλειοψηφία των οπλαρχηγών.

Οι στρατιωτικοί έχοντας να επιτελέσουν το σημαντικό έργο της εκδίωξης των Οθωμανών από ολόκληρη την Πελοπόννησο και να εξαπλώσουν την επανάσταση στα νησιά και την Στερεά Ελλάδα είχαν αφήσει την εξουσία στα χέρια των πολιτικών.  Οι πολιτικοί διέβλεπαν ότι οι στρατιωτικοί-οπλαρχηγοί με την δύναμη που διέθεταν θα μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να γίνουν εμπόδιο στις βλέψεις τους για την εδραίωση της εξουσίας τους. Μέσα σε αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα τον Μάρτιο και Απρίλιο του 1823 συνήλθε στο Άστρος Κυνουρίας η Β΄ Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων. Η παράταξη που επικράτησε τελικά ήταν αυτή των πολιτικών-προκρίτων που εξέλεξαν Πρόεδρο του Εκτελεστικού (πρωθυπουργό) τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Είναι γνωστό ότι ο Δημήτριος Υψηλάντης έγινε, στην αρχή, αποδεκτός σαν αρχηγός της επαναστατημένης Ελλάδας και από τις δύο ομάδες. Αλλά ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης δεν τον περιέβαλε με ιδιαίτερη εκτίμηση. Έτσι στην πρώτη ευκαιρία που του δόθηκε τον παραμέρισε. Ταυτόχρονα κατάργησε την Πελοποννησιακή Γερουσία και την θέση του αρχιστρατήγου που κατείχε ο Θ. Κολοκοτρώνης. Η μεγάλη δημοτικότητα αλλά και επιρροή που είχε ο Θ. Κολοκοτρώνης τον έκαναν αντιπαθή στους πολιτικούς και αφαιρώντας του την αρχιστρατηγία του στέρησαν το δικαίωμα να ηγηθεί της πολιορκίας της; Πάτρας. Οι ενέργειες αυτές του Μαυρομιχάλη και των πολιτικών προκάλεσαν την οργή των στρατιωτικών.

Τον Μάιο του 1823 ο Θ. Κολοκοτρώνης, με γνώμονα το καλό της επανάστασης και της Πατρίδας, δέχθηκε την θέση του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού. Το εκτελεστικό όμως ήταν σε μεγάλη διαμάχη με το Βουλευτικό η οποία πήρε εκρηκτικές διαστάσεις με την εκλογή του αγγλόφιλου Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου σαν Προέδρου του Βουλευτικού. Αποτέλεσμα της διαμάχης αυτής ήταν ο Θ. Κολοκοτρώνης να υποβάλει την παραίτησή του από τη θέση του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού, η οποία όμως δεν έγινε αποδεκτή.

Η απόφαση της κυβέρνησης να διαπραγματευτεί με Άγγλους τραπεζίτες τη χορήγηση δανείου με υποθήκη τα «εθνικά κτήματα» αποτέλεσε τη θρυαλλίδα που έσπασε δημιουργώντας χάος ανάμεσα στις αντίπαλες παρατάξεις. Αφορμή, όμως, για την έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου ήταν η απόφαση του Βουλευτικού να αποπέμψει τον Υπουργό Δημήτριο Περρούκα κατηγορώντας τον για υπέρβαση καθήκοντος. Οι στρατιωτικοί και οι οπλαρχηγοί, υπερασπιζόμενοι το Εκτελεστικό (την κυβέρνηση) διαλύουν το Βουλευτικό, κατηγορώντας το ότι δεν είχε νόμιμα ενεργήσει στην υπόθεση Περρούκα.

Το Φθινόπωρο του 1823 συγκεντρώθηκαν στη Σιλίμνα της Τρίπολης οι Θεόδωρος και Πάνος Κολοκοτρώνης, Θ. Νέγρης, Γεώργιος Σισίνης, Ασημάκης Φωτήλας, Οδυσσέας Ανδρούτσος, Δημήτριος Πλαπούτας, Νικηταράς, Δημήτριος Υψηλάντης, Γ. Καραμάνος, Μούρτζινος και πολλοί άλλοι οπλαρχηγοί που αποφάσισαν να αντισταθούν στον πρωθυπουργό Μαυροκορδάτο και ορκίστηκαν «ενώπιον της εικόνας του Χριστού» ότι θα αγωνιστούν ενωμένοι για την επιτυχία της επανάστασης.

Ο απλός και αγράμματος λαός είχε ταχθεί, στην πλειοψηφία του, με τον Θ. Κολοκοτρώνη και τους οπλαρχηγούς. Αλλά η παράδοξη ενέργεια του Θ. Κολοκοτρώνη να προσχωρήσει για σύντομο χρονικό διάστημα στην παράταξη των πολιτικών, με αντάλλαγμα τον διορισμό του γιού του Πάνου σαν φρούραρχου του Ναυπλίου, είχε αποτέλεσμα τον μεγάλο προβληματισμό των υποστηρικτών του. Τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν πολιτικός ελιγμός του Κολοκοτρώνη, ώστε να έχει έναν απόλυτα πιστό φρούραρχο στην σημαντικότερη, τότε, πόλη του Ναυπλίου αλλά πολλοί οπλαρχηγοί, μεταξύ αυτών και ο Πλαπούτας, ήταν εξοργισμένοι.

Χωρίς να είναι απόλυτα τεκμηριωμένο οι στρατιωτικού-οπλαρχηγοί αποφάσισαν να βαδίσουν εναντίον του Ναυπλίου όπου ήταν η έδρα του Βουλευτικού. Στα τέλη Νοεμβρίου του 1823 οι Πάνος Κολοκοτρώνης, Χατζηχρήστος και  Νικηταράς με 200 άνδρες βαδίζουν προς το Άργος. Το Βουλευτικό θορυβημένο καταφεύγει στο Κρανίδι ώστε, στην χειρότερη περίπτωση, να είναι κοντά στα νησιά τα οποία ήταν με το μέρος των πολιτικών.

Εκεί, συνεδριάζοντας χωρίς την προαπαιτούμενη απαρτία, καθαιρεί τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και κηρύσσει παράνομο το Εκτελεστικό. Τον Ιανουάριο του 1824 επανιδρύει νέο Εκτελεστικό με πρόεδρο τον Γεώργιο Κουντουριώτη και μέλη τους Παναγιώτη Μπόταση, Ιωάννη Κωλέττη, Νικόλαο Λόντο και Ανδρέα Ζαΐμη.

Ο κύβος, πλέον, έχει ριφθεί. Η δημιουργία δύο ισχυρών ομάδων εξουσίας ήταν γεγονός αφού την μία ομάδα αποτελούν οι «Κυβερνητικοί» (Γ. Κουντουριώτης, Α. Μαυροκορδάτος, Ι. Κωλέττης, Λόντος, Ανδρέας Ζαϊμης, Ανδρέας Μιαούλης, Παπαφλέσσας, Αναγνωσταράς κ.α.) με  έδρα τους το Κρανίδι και την άλλη οι «Αντικυβερνητικοί» (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Πάνος Κολοκοτρώνης, Νικηταράς κ.α.) με έδρα τους την Τρίπολη.

Οι «Κυβερνητικοί», (Μαυροκορδάτος, Γ. Κουντουριώτης, Ι. Κωλέττης, Α. Ζαϊμης, Λόντος κ.α.) είχαν σημαντική υποστήριξη από τους νησιώτες εφοπλιστές και κεφαλαιούχους, τους περισσότερους ρουμελιώτες οπλαρχηγούς, το μεγαλύτερο μέρος των πελοποννησίων γαιοκτημόνων, τους Έλληνες του εξωτερικού και τους περισσότερους φιλέλληνες. Έτσι με τη δύναμη και τον πλούτο στα χέρια τους απέκτησαν αμέσως σημαντικό πλεονέκτημα έναντι των αντικυβερνητικών τους οποίους κατηγορούσαν για δικτατορικές τάσεις. Οι «Αντικυβερνητικοί» στρατιωτικοί και οπλαρχηγοί κατηγορούσαν τους «Κυβερνητικούς» ότι παραδίδουν την Ελλάδα στους Άγγλους. Αφορμή της κατηγορίας αυτής ήταν τα  δάνεια της Αγγλίας που από τότε η λαϊκή θυμοσοφία εκφράζει με αυτή τη φράση τον άδικα υπερχρεωμένο ελληνικό λαό.

Το πρώτο δάνειο των 800.000 λιρών το χορήγησε η αγγλική τράπεζα Richard με ετήσιο επιτόκιο 59% και υποθήκη τα εθνικά κτήματα. Δεν είναι τυπογραφικό λάθος το 59%, είναι πραγματικότητα. Το δε πραγματικό ποσό που έφτασε στα ταμεία της κυβέρνησης ήταν 472.000 λίρες επειδή αφαιρέθηκαν οι πρώτοι τόκοι, οι μεσιτείες και οι προμήθειες κάθε είδους, και τα οδοιπορικά αυτών που πήγαν για να υπογράψουν (σας θυμίζουν τίποτε αυτά που συνέβησαν τότε;).

Το δεύτερο δάνειο των 2.000.000 λιρών με ετήσιο επιτόκιο 55% και με υποθήκη τα εθνικά κτήματα πάλι, είχε και αυτό ιδιαίτερους (;) όρους. Το επιτόκιο του πρώτου χρόνου προεισπράχθηκε, πληρώθηκαν οι άγγλοι μεσίτες και χρηματιστές και αγοράστηκαν υποχρεωτικά από τους δανειστές δύο παλαιά πλοία σε πολύ υψηλές τιμές. Έτσι έφτασαν στην Ελλάδα μόνο 80.000 λίρες. Το συνολικό χρέος έφτασε τα 2.800.000 λίρες με 59% και 55% επιτόκιο, η Ελλάδα εισέπραξε 550.000 λίρες περίπου και ο Τρικούπης, 60 χρόνια περίπου μετά, αναφώνησε δυστυχώς επτωχεύσαμεν. Είχε να πληρώνει ακόμη τα δάνεια της Αγγλίας.

Αρχές του 1825 χρεώθηκε η Κυβέρνηση κι’ ένα άλλο δάνειο 2.000.000 λίρες από ‘Άγγλους με 55% ετήσιο τόκο κι’ αυτόν προκαταβολικά εισπραγμένο για ένα χρόνο με νέα υποθήκη. Απ’ αυτά, 80.000 λίρες καθαρά έφτασε, να πάρει μόνο η κυβέρνηση στα χέρια της κι’ αυτές με χίλια βάσανα και ένα δυό πλοία, τα’ άλλα φαγωθήκανε από τους εγγλέζους μεσίτες και χρηματιστές, προτού να φθάσουν στην Ελλάδα.

Ο Κολοκοτρώνης προσπάθησε να εμποδίσει τη σύναψη αυτών των δανείων αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να τα βλέπει να κατασπαταλώνται από την κυβέρνηση στον εμφύλιο πόλεμο. Η κυβέρνηση τα διασπάθισε για να εξαγοράσει συνειδήσεις και υποστήριξη για να νικήσει τους στρατιωτικούς και τον Κολοκοτρώνη (οι συνειρμοί με την σημερινή πραγματικότητα είναι δικοί σας).

Τον Φεβρουάριο και Μάρτιο του 1824 άρχισαν οι πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ των δύο παρατάξεων στην Αρκαδία και την Αργολίδα με σχεδόν άνετη επικράτηση των κυβερνητικών. Στις 2 Μαρτίου 1824 οι κυβερνητικές δυνάμεις υπό τον Ανδρέα Μιαούλη πολιορκούν το Ναύπλιο και στις 31 Μαρτίου οι Νοταράς, Λόντος και Ζαΐμης φτάνουν στην Τρίπολη. Μετά από διαπραγματεύσεις ο Θ. Κολοκοτρώνης συμφωνεί να εγκαταλείψει την Τρίπολη και αυτή να γίνει ελεύθερη πόλη χωρίς να μπορεί κανείς να την καταλάβει. Οι κυβερνητικοί όμως καταπατούν την συμφωνία προκαλώντας την οργή του Κολοκοτρώνη, ο οποίος δίνει εντολή στον γιο του Πάνο, να λύσει την πολιορκία του Ναυπλίου και να καταλάβει το Άργος. Ο ίδιος άρχισε να πολιορκεί την Τρίπολη.

Εν τω μεταξύ ο Παπαφλέσσας και ο Αναγνωσταράς είχαν προσχωρήσει στην κυβερνητική παράταξη. Η αντικυβερνητική παράταξη, και ιδιαίτερα ο Κολοκοτρώνης ήλθαν σε δεινή θέση βλέποντας ότι δεν είχαν τις δυνάμεις να επιβληθούν. Έτσι επικράτησαν οι ψυχραιμότεροι και ο Κολοκοτρώνης σύρθηκε σε διαπραγματεύσεις με τον Γ. Κουντουριώτη. Παρά τις αντιρρήσεις των Υδραίων που ζητούσαν την κεφαλή του Κολοκοτρώνη συμφωνήθηκε να αναγνωρίσουν οι αντικυβερνητικοί την κυβέρνηση Κουντουριώτη, να παραδοθεί το Ναύπλιο και να χορηγηθεί γενική αμνηστία  στους αντικυβερνητικούς.  Με την συμφωνία αυτή, προσωρινή όπως αποδείχθηκε αργότερα, επήλθε ανακωχή και έληξε η Α΄ φάση του εμφυλίου πολέμου.

Το υπόβαθρο της  Β΄ φάσης του εμφυλίου πολέμου ανήκει στις εσωτερικές διαμάχες των κυβερνητικών και στα δάνεια. Οι Κουντουριώτης και Μαυροκορδάτος είχαν τελείως διαφορετικές απόψεις στη διαχείριση των δανείων. Οι εύποροι νησιώτες προσεταιρίστηκαν τους Στερεοελλαδίτες και παραμέρισαν του προκρίτους της Πελοποννήσου. Οι τελευταίοι αποχώρησαν από τον κυβερνητικό συνασπισμό και πήγαν με το μέρος του Κολοκοτρώνη.

Μέσα σε αυτό το κλίμα των πολιτικών ζυμώσεων, ο Κουντουριώτης που είχε τεράστιες οικονομικές δυσπραγίες μετά την κατασπατάληση των δανείων, επέβαλε νέους φόρους και έστειλε τα στρατεύματα να σιτίζονται σε βάρος των φτωχών χωριών της Πελοποννήσου. Οι κάτοικοι της Τριφυλίας αρνήθηκαν να πληρώσουν τους νέους φόρους και να θρέψουν στρατεύματα. Αυτό αποτέλεσε την αρχή της νέας φάσης του εμφυλίου πολέμου.

Ο Κουντουριώτης τον Οκτώβριο του 1824 έστειλε στρατεύματα στην Αρκαδία για να επιβάλουν τη θέληση της κυβέρνησης με τη βία. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης και ο Κανέλλος Δεληγιάννης επικεφαλής των αντικυβερνητικών έτρεψαν σε φυγή τον Παπαφλέσσα και τους 500 κυβερνητικούς στρατιώτες και οι συγκρούσεις γενικεύτηκαν.  Στις 13 Νοεμβρίου 1824 σκοτώνεται ο Πάνος Κολοκοτρώνης έξω από την Τρίπολη σε ενέδρα των κυβερνητικών. Ο Θ. Κολοκοτρώνης αποσύρεται στη Βυτίνα θρηνώντας το γιό του και αδιαφορώντας πλέον για τον εμφύλιο.

Η εντολή του Κουντουριώτη να εισβάλουν στρατεύματα από τη Στερεά Ελλάδα στην Πελοπόννησο, σηματοδότησε μία από τις αποκρουστικότερες σελίδες του εμφυλίου αυτού. Τα κυβερνητικά στρατεύματα με αρχηγούς τους Καραϊσκάκη και Γκούρα καταστρέφουν και λεηλατούν την Κορινθία και την Αχαΐα. Η επανάσταση διακυβεύονταν από την εμφύλια διαμάχη και ο φόβος της αποτυχίας της ήταν μεγάλος. Ο Δημήτρης Πλαπούτας, έχοντας παραμείνει ουδέτερος σε όλη τη διάρκεια του εμφυλίου έβλεπε από την κυβερνητική μεριά  τους Ι. Κωλέττη, τον Παπαφλέσσα, τον Γιάννη Γκούρα, τον Καραϊσκάκη, τον Κίτσο Τζαβέλα, τον Μακρυγιάννη και άλλους Ρουμελιώτες, Σουλιώτες και Υδραίους να πολεμούν τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, όλους τους Δεληγιανναίους, τον Νικηταρά, τον Ανδρέα Ζαϊμη, τον Ανδρέα Λόντο, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, τη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, τον Ασημάκη Φωτήλα, τους Νοταραίους και άλλους μπαρουτοκαπνισμένους οπλαρχηγούς, και καιγόταν η καρδιά του. Ανέλαβε να μεσολαβήσει για τον τερματισμό του εμφυλίου αλλά δεν τα κατάφερε.

Η εισβολή στην Πελοπόννησο, οι καταστροφές που ακολούθησαν και το αίμα που χύθηκε έδωσαν τη τελική νίκη στους κυβερνητικούς αλλά τραυμάτισαν βαριά την επανάσταση και την Ελλάδα. Αποτέλεσμα της αιματηρής επικράτησης των κυβερνητικών ήταν η σύλληψη και φυλάκιση στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία της Ύδρας των Κολοκοτρώνη, Θεόδωρου Γρίβα, Γεώργιου Σισίνη, Χρύσανθου Σισίνη, Σωτήρη Νοταρά, Ιωάννη Νοταρά, Δεληγιανναίων και αρκετών άλλων οπλαρχηγών. Ο Ασημάκης Φωτήλας διαφεύγει και ο Οδυσσέας Ανδρούτσος κυνηγιέται λυσσαλέα. Του υπόσχονται αμνηστία και τον Απρίλιο του 1825 ο Οδυσσέας Ανδρούτσος παραδίνεται στους κυβερνητικούς και φυλακίζεται στην Ακρόπολη της Αθήνας. Εκεί βασανίζεται απάνθρωπα και τον Ιούνιο του ίδιου έτους δολοφονείται από το πρώην πρωτοπαλίκαρο του Ιωάννη Γκούρα.

Η Τουρκοαιγυπτιακή συμμαχία έφτασε να ανησυχεί τον Κουντουριώτη και τους κυβερνητικούς όταν είχε σκοτωθεί ο Παπαφλέσσας στο Μανιάκι, όταν η μισή Πελοπόννησος είχε καταληφθεί και όταν πολιορκούσε ο Κιουταχής το Μεσολόγγι. Μπροστά στον κίνδυνο αυτό και τον πανικό της η κυβέρνηση αποφυλακίζει τον Κολοκοτρώνη και τον επαναδιορίζει αρχιστράτηγο για να αντιμετωπίσει την επερχόμενη καταστροφή. Καθαρά αγγλικός (των προστατών του Κουντουριώτη) πολιτικός  ελιγμός καθόσον εάν ο αποφυλακισμένος Κολοκοτρώνης αποτύγχανε θα έφερε το βάρος της αποτυχίας και εάν κατάφερνε το ακατόρθωτο τότε οι κυβερνητικοί θα είχαν στο μέλλον και άλλες ευκαιρίες να τον συντρίψουν. Όπως και προσπάθησαν να κάνουν μετά την τελική επικράτηση της επανάστασης.

Οι πτυχές της ιστορίας μας που παραμένουν καλά φυλαγμένες δεν μπορούν να μας διδάξουν. Αν ήταν γνωστά από τα μαθητικά μας χρόνια τα δάνεια της Αγγλίας και οι επιπτώσεις τους, κανείς από τότε δεν θα ήθελε ούτε μία δραχμή από κανέναν. Όπως ο Κολοκοτρώνης που σίγουρα δεν είχε κανέναν οίκο να τον αξιολογήσει παρά μόνο το ένστικτό του που μύριζε το αίμα που θα χυνόταν. Η εξουσία, λένε, διαφθείρει. Μήπως, όμως, οι διεφθαρμένοι επιζητούν δια πυρός και σιδήρου την εξουσία;

Τελικά αποτελεί σοκ το να μαθαίνει κανείς ότι οι ήρωες του 1821 πήραν στους τάφους τους, εκτός από δόξα, αρκετό αίμα και μεγάλο μίσος. Και αυτό έγινε μεταξύ ομοφύλων. Έλληνες εναντίον Ελλήνων.

Βιβλιογραφία:

  • Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της νεώτερης και σύγχρονης Ελλάδας, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1997
  • Κωστής Παπαγιώργης, Κανέλλος Δεληγιάννης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2001,
  • Douglas Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής  Τράπεζας, Αθήνα 1982,

ΣΠΥΡΟΣ Ν. ΖΩΪΔΗΣ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: