Αναρτήθηκε από: spzoidis | 10/01/2016

ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ – ΤΙΜΩΡΙΕΣ (λίγες μαύρες σελίδες)

 

ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ – ΤΙΜΩΡΙΕΣ

 

Εν τω ονόματι της Αγίας Τριάδας έχομεν και κυρήττομεν αυτούς αφορισμένους, κατηραμένους και ασυγχώρητους παρά Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος και έστωσαν μετά θάνατον άλυτοι και τυμπανιαίοι, αι πέτραι και ο σίδηρος λυθήσονται αυτοί δε ουδαμώς.

 

Διαβάζοντας το παραπάνω κείμενο μένεις έκπληκτος από την μήνη αλλά και την αμετροέπεια των συντακτών του. Και αν αναλογισθεί κανείς ότι αυτό αποτελεί κείμενο της Χριστιανικής Θρησκείας τότε η έκπληξη -εκτός από τον αναμενόμενο αποτροπιασμό- μετατρέπεται σε ανάγκη έρευνας με σκοπό την καταγραφή του σημαντικού, όσο και ακατανόητου για τα σημερινά δεδομένα, ζητήματος των εκκλησιαστικών τιμωριών.

 

Ας δούμε όμως τα πράγματα από την αρχή τους. Οι πρωτοχριστιανοί ήταν οργανωμένοι σε κοινότητες με κύρια χαρακτηριστικά την ισότητα και την αγάπη, κύρια διδάγματα του Ιησού. Οι κοινότητες αυτές είχαν κατανοήσει ότι σημαντικό στοιχείο επιβίωσης της νέας θρησκείας αλλά και της δικής τους ύπαρξης ήταν η έννοια της συμπαγούς κοινότητας.

Επομένως, η αποβολή από την κοινότητα και η αποκοπή του από τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, είχε επιλεγεί ως η προσφορότερη ποινή για τα μέλη που με οποιονδήποτε τρόπο είτε παραβίαζαν τους κανόνες της κοινότητας είτε διατύπωναν άλλες θρησκευτικές ερμηνείες από αυτές που είχαν γίνει αποδεκτές.

 

Αυτή η αναγκαία για τα πρώτα χριστιανικά χρόνια τιμωρία, πέρασε στην πρακτική της οργανωμένης, πλέον, εκκλησίας μετά την καθιέρωση του Χριστιανισμού σαν επίσημης θρησκείας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η δε τιμωρία αυτή έλαβε διαφορετικές μορφές, από την ηπιότερη της απλής αναστολής λήψης της Αγίας Κοινωνίας έως την αυστηρότερη του Αφορισμού. Ο δε αφορισμός διαχωρίστηκε σε Μικρό και σε Μεγάλο Αφορισμό (πλήρης Ακοινωνησία και Ανάθεμα αντίστοιχα).

Ανάθεμα, αυτή η έσχατη εκκλησιαστική ποινή, σημαίνει ότι η εκκλησία εκβάλλει τον παρανομούντα χριστιανό από τους κόλπους της και αναθέτει αυτόν στον Θεό (Εις Θεόν ανατίθημι) αναμένοντας την τελική κρίση Του. Και η θρησκευτική αυτή ποινή ισχύει μέχρι και σήμερα.

Διαχρονικά η εκκλησία χρησιμοποίησε την ποινή του Αναθέματος σε κάθε είδους αιρετικούς, στους -κατά την κρίση της- εχθρούς της πίστεως, σε όσους αμέσως ή εμμέσως έθιγαν τα χρηστά ήθη αλλά και στους λογής αντιπάλους του ιερατείου. Ταυτόχρονα η εκκλησία χρησιμοποίησε το Ανάθεμα σαν μέσον λογοκρισίας στην προσπάθειά της να αποτρέψει τους ανθρώπους του πνεύματος από την έκφραση ελεύθερης σκέψης και κρίσης.

Οι ¨απειλές¨ εναντίον της Χριστιανικής Εκκλησίας  διαχωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Αυτές που αφορούσαν στα θεολογικά ζητήματα και ονομάστηκαν αιρέσεις και αυτές των μελών της εκκλησίας που διαφοροποιούντο από  τις πρακτικές και το δόγμα της δηλαδή τις παρεκτροπές.

Η αντιμετώπιση των ¨απειλών¨ που δέχθηκε ή νόμιζε ότι δέχθηκε η οργανωμένη εκκλησία και το ιερατείο της, από την ίδρυσή της μέχρι και το επίσημο σχίσμα το 1054 μ.χ  ήταν ενιαία. Βέβαια οι απειλές που δέχθηκε στην αρχή η εκκλησία (οι περισσότερες από τις οποίες ήταν αποτελέσματα διαφορετικών προσεγγίσεων και ερμηνειών των διδασκαλιών του Ιησού, των θεολογικών και των περί της ιδιότητας-ουσίας του Ιησού θεμάτων),  προέρχονταν από την ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου  επειδή εκεί ήταν τα πνευματικά κέντρα του τότε κόσμου αλλά και επειδή στους λαούς εκείνης της περιοχής απευθύνθηκε.

Η πρώτη και ουσιωδέστερη απειλή την οποία ένοιωσε η Χριστιανική εκκλησία ήταν εκείνη των εθνικών-ειδωλολατρών. Η πρωτοχριστιανική εκκλησία παρότι είχε αποδεχθεί απόψεις και ιδέες των Ελλήνων φιλοσόφων (Σωκράτη, Πλάτωνα, Αριστοτέλη) και είχε ενσωματώσει πρακτικές και έθιμα της Ελληνικής θρησκείας και των Μιθραϊστών στις δικές της λειτουργικές ανάγκες, εντούτοις η συνειδητή και ευρείας κλίμακας αντιπαράθεση με τους εθνικούς-ειδωλολάτρες έλαβε τη μορφή διωγμού.

Από τα κείμενα των ηγετών της Χριστιανικής Εκκλησίας συνάγεται η μεγάλη αντιπαλότητα κατά των εθνικών-ειδωλολατρών και ιδιαίτερα κατά του Ελληνικού πολιτισμού, της θρησκείας του, των ιδεών και των δημιουργημάτων του.

Ο ιστοριογράφος της εκκλησίας Ευσέβιος (275-339μ.χ) επιτίθεται σε «αιρετικούς», γράφοντας ότι «περιφρονώντας τα ιερά κείμενα του Θεού ασχολούνται με τη Γεωμετρία (…) Με ζήλο μελετούν τη Γεωμετρία του Ευκλείδη, θαυμάζουν τον Αριστοτέλη και τον Θεόφραστο, μερικοί μάλιστα σχεδόν προσκυνούν τον Γαληνό».

Βέβαια υπήρξαν και διαφορετικές απόψεις όπως του  ελληνικής καταγωγής  Ωριγένη (3ος αιών. μ.χ) όπου στο «Κατά Κέλσου» σύγγραμμά του αναφέρει «… φιλαληθώς περί τινών μαρτυρούμεν Ελλήνων φιλοσόφων, ότι επέγνωσαν τον θεόν, επεί ο θεός αυτοίς εφανέρωσεν…»

Το κεφάλαιο της περιόδου από τα πρωτοχριστιανικά χρόνια μέχρι την πλήρη επικράτηση του Χριστιανισμού, που ολοκληρώθηκε κατά τον 5ο με 6ο αιώνα μ.χ., είναι τεράστιο και έχουν χυθεί τόνοι μελάνης για την καταγραφή των όσων συνέβησαν. Η ουσία είναι ότι ο Χριστιανισμός επικράτησε έχοντας την ουτοπική όσο και ψευδή αντίληψη ότι ο Ελληνικός πολιτισμός και οι εκφάνσεις του είχαν, πλέον, πλήρως υποταχθεί στον Χριστιανισμό.

Το χαρακτηριστικότερο γεγονός, που σηματοδοτεί την πλήρη επικράτηση του χριστιανισμού, είναι η κατάργηση το 529μ.χ  -με διάταγμα του Ιουστινιανού- της Πλατωνικής Ακαδημίας της Αθήνας. Πρέπει όμως να αναφερθεί ότι η ενέργεια αυτή, που είχε υπαγορευτεί από την εκκλησία, δεν εμφανίστηκε σαν θρησκευτική αλλά σαν πολιτική. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της αυτοκρατορικής πολιτικής η οποία επεδίωκε την πλήρη εξόντωση των ελληνιζόντων οι οποίοι δεν αποδέχονταν την απόλυτη αυτοκρατορική κυριαρχία και την οποία κυριαρχία επιβεβαίωνε η εκκλησία αποκαλώντας την «ελέω θεού βασιλεία».

 

Μετά την επικράτηση αυτή και για αρκετούς αιώνες η εκκλησία δεν αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα και επιδόθηκε με μεγάλη επιτυχία στον προσηλυτισμό-εκχριστιανισμό αλλόδοξων και  την οργάνωσή της.

Θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι κατά τους αιώνες από την δημιουργία των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων μέχρι και την πλήρη επικράτηση του χριστιανισμού  ως επίσημης θρησκείας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (1ος -6ος), η εκκλησία βρισκόταν σε πλεονεκτική θέση. Στην αρχή είχε να ασχοληθεί με τον προσηλυτισμό και την διάδοση του χριστιανισμού, ιδιαίτερα στις καταπιεσμένες και φτωχές μάζες των κάτω από την κυριαρχία των Ρωμαίων λαών. Όταν οι τάξεις των χριστιανών πλήθυναν επικίνδυνα για τους Ρωμαίους τότε η εκκλησία, παρά τους ακραίους και φοβερούς διωγμούς που υπέστη, εντούτοις προσέλαβε κύρος, δύναμη και αγιότητα επειδή οι ίδιοι οι Ρωμαίοι την ανέδειξαν σαν κύριο αλλά και επικίνδυνο αντίπαλό τους. Μετά δε την καθιέρωση του χριστιανισμού σαν επίσημης θρησκείας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (μετέπειτα Βυζάντιον) η εκκλησία υποτάχθηκε πλήρως στο κράτος αφού -στην ουσία- αρχηγός της εκκλησίας ήταν ο εκάστοτε αυτοκράτωρ. Έτσι κάθε υποβολιμαία κίνηση εναντίον της θεωρείτο σαν αντικαθεστωτική κίνηση και επομένως αυτός που επέβαλε την τάξη και την τιμωρία ήταν ο αυτοκράτορας με τον κρατικό μηχανισμό και όχι ο Πατριάρχης. Με αυτόν τον τρόπο η εκκλησία-ιερατείο έμεινε στο απυρόβλητο για πολλούς αιώνες μέχρι το 1054μ.χ  οπότε αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να εκδώσει το πρώτο της μεγάλο Ανάθεμα.

Από τα μέσα του 8ου αιώνα, όταν το Βατικανό συνειδητοποιούσε ότι το Φανάρι (το Βυζάντιο ουσιαστικά) είχε φτάσει σχεδόν μέχρι την κεντρική Ευρώπη, είχαν αρχίσει οι προστριβές με τον επικεφαλής της δυτικής εκκλησίας επίσκοπο, τον αυτοαποκαλούμενο και διεκδικητή των πρωτείων Πάπα της Ρώμης, οι οποίες κατέληξαν στο σχίσμα των εκκλησιών. Το πρώτο Μεγάλο Ανάθεμα προήλθε από την εκκλησία της Ρώμης.  Το Σάββατο 16 Ιουλίου 1054μ.χ  η βούλα που κατατέθηκε στην Αγία Τράπεζα του Ναού της του Θεού Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, από τρεις απεσταλμένους του Πάπα υπό την ηγεσία του καρδιναλίου Ουβέρτου, περιείχε το Αφορισμό του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλάριου, αλλά ουσιαστικά έχει τις ρίζες του στα μέσα του 8ου αιώνα (βλ. σχετικό άρθρο μου στο τεύχος 70).

Στην προσπάθειά της η Ανατολική Ορθόδοξη -πλέον- Εκκλησία να δώσει στο σχίσμα δογματική υπόσταση επεδίωξε την φιλοσοφική και μεταφυσική ερμηνεία της χριστιανικής διδασκαλίας. Οι μελετητές της Ελληνικής γραμματείας σοφοί και φιλόσοφοι πιστεύοντας ότι είχαν την δυνατότητα να σκέφτονται και να εκφράζονται ελεύθερα, διατύπωναν κατά καιρούς απόψεις οι οποίες αποσκοπούσαν στην απελευθέρωση από την δογματική και θεοκρατική αντίληψη που επέβαλε το ιερατείο της αυτοκρατορίας. Η εκκλησία όμως δεν ήταν δυνατόν να ανεχθεί αυτές τις μεμονωμένες αλλά σημαντικές φωνές και η φυσική αντίδρασή της ήταν η χρησιμοποίηση των εκκλησιαστικών ποινών της. Παρόλα αυτά δεν μπόρεσε να αποφύγει το οξύμωρο που προέκυψε αφενός από την χαλαρή και σπάνια εφαρμογή  των εκκλησιαστικών ποινών εναντίον των απλών παρεκτρεπομένων μελών της και την αυστηρότατη εφαρμογή τους εναντίον μεγάλων και σημαντικών φωνών. Τα γνωστά μεγάλα αναθέματα από το σχίσμα των εκκλησιών το 1054μ.χ μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα είναι μεν λίγα αλλά είναι τόσο χαρακτηριστικά επειδή η εκκλησία αισθάνθηκε, μετά τόσους αιώνες απολύτου κυριαρχίας, να απειλείται από την Ελληνική-Ελληνιστική σκέψη και φιλοσοφία.

Το  1082μ.χ σημειώνουμε τον Μεγάλο Αφορισμό με 11 αναθέματα και αναγκαστικό εγκλεισμό σε μοναστήρι του φιλοσόφου Ιωάννη του Ιταλού. Στο έγγραφο του αναθέματος που κατέθεσε ο πατριάρχης  Ευστράτιος Γαρίδας διαβάζουμε ότι ο Ιταλός ήταν «Ελληνόπληκτος και δαιμονόπληκτος στασιαστής κατά της Νέας Ρώμης (Βυζαντινή Αυτοκρατορία) διαδίδει μακάβριες διδασκαλίες των Ελλήνων (Πλάτωνα και Νεοπλατωνικών) σε σχέση με την ψυχή, τη μετεμψύχωση, το σώμα, με το οποίο θα αναστηθούν οι άνθρωποι κατά τη δεύτερη παρουσία, τήν άρνηση του εκκλησιαστικού δόγματος ότι το σύμπαν δημιουργήθηκε εκ του μηδενός…» (Bautz Lexikon). Εδώ έχουμε το παράδοξο ότι αναφέρει τον Ιωάννη τον Ιταλό σαν στασιαστή αλλά να επιλαμβάνεται του θέματος η εκκλησία και όχι ο κρατικός μηχανισμός. Αυτό μας οδηγεί να υποθέσουμε ότι ο στασιαστής είχε ελεύθερη σκέψη αλλά όχι οπαδούς αφού δεν υπάρχει κανένα ανάθεμα σε τυχόν οπαδούς του. Η πραγματική απειλή θεωρούμε βασίμως ότι ήταν η διδασκαλία του Πλάτωνα την οποία και διέδιδε.

Υπάρχουν πολλοί αφορισμοί, ιδιαίτερα κατά διανοουμένων, οι οποίοι κατά παράδοξο τρόπο ήταν και κληρικοί, με την κύρια κατηγορία ότι μελετούσαν και διέδιδαν την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι ο αφορισμός του Ισαάκ Αργυρού (1300-1370μ.χ). Στο έγγραφο του αναθέματος διαβάζουμε «Ισαάκ Αργυρόν τον ιού μεστόν, τον και πολύ το κίβδηλον της Ελλήνων φλυαρίας πλουτήσαντα … ανάθεμα » (στον Αργυρό που είναι γεμάτος δηλητήριο και ο οποίος είχε πολύ πλουτήσει από την κίβδηλη φλυαρία των Ελλήνων… ανάθεμα).

Το κεφάλαιο της κατά των Ελληνιζόντων μήνης της εκκλησίας μπορούμε να πούμε ότι έκλεισε (οριστικά;) μετά την δημιουργία του ελληνικού κράτους και την κήρυξη του αυτοκέφαλου της Ελλαδικής εκκλησίας. Τελευταία αναλαμπή ήταν οι προ της επαναστάσεως του 1821  προσπάθειες του Γεωργίου Σχολάριου (πριν διοριστεί ως πατριάρχης Γεννάδιος από τον σουλτάνο) με σκοπό την αποτροπή των πνευματικών εξελίξεων που υπέβοσκαν, φτάνοντας στην αποτρόπαια πράξη της δημόσιας καύσης πλατωνικών και νεοπλατωνικών συγγραμμάτων. Σε επιστολές του στον κυβερνήτη της Πελοποννήσου έγραφε ο Σχολάριος: «… τους γουν δυσσεβείς και αλάστορας Ελληνιστάς και πυρί και σιδήρω και ύδατι και πάσι τρόποις εξαγάγετε τής παρούσης ζωής … ράβδιζε, είργε, είτα γλώτταν αφαίρει, είτα χείρα απότεμνε καν και ούτω μένη κακός, θαλάττης πέμπε βυθώ» («Παλαιολόγια – Πελοποννησιακά»  του Σ. Λάμπρου).

Αξίζει να σημειωθεί ότι η θεοκρατική δομή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ήταν τόσο ισχυρά δομημένη που σημαντικοί μελετητές της ελληνικής φιλοσοφίας, και όχι μόνον, όπως οι Μιχαήλ και Κωνσταντίνος Ψελλός, Γεώργιος Γεμιστός-Πλήθων κ.α. να αυτολογοκρίνονταν υποτάσσοντας την φιλοσοφία στην πίστη.

Η εκκλησία -και εδώ πρέπει να κάνουμε μία απαραίτητη όσο και σημαντική παρατήρηση ότι δηλαδή όταν εδώ λέμε εκκλησία εννοούμε την ιερατική διάρθρωση της διοίκησης της εκκλησίας- έχει αντιμετωπίσει με αφορισμούς αρκετές περιπτώσεις μελών της χριστιανών τους οποίους θέλησε να αποβάλει από τις τάξεις της αναθεματίζοντάς τους. Μερικές από αυτές τις περιπτώσεις είναι τόσο χαρακτηριστικές και οι οποίες προκάλεσαν και το κοινό αίσθημα αλλά και μεγάλο προβληματισμό επειδή όλες στρέφονταν εναντίον της ελεύθερης έκφρασης προβληματισμών και διατύπωσης διαφορετικών από τις δικές της ιδεών από ανθρώπους του πνεύματος και του πολιτισμού μας.

Σταχυολογώντας τις πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις θα δούμε ότι η εκκλησία, τις περισσότερες φορές, αντιμετώπισε καταστάσεις με προχειρότητα, στενοκεφαλιά και άκρατη ιδεοληψία όπου τελικά τα αποτελέσματα τους απεδείχθησαν όχι μόνο αναποτελεσματικά αλλά και  ζημιογόνα για την έξωθεν καλή της μαρτυρία και την ανυπόκριτη αγάπη και κατανόηση που υποτίθεται ότι διδάσκει.

Η περίπτωση του ζητήματος των κολλυβάδων  είναι σημαντική, επειδή όπως θα δούμε ο αφορισμός αυτός δεν έχει ανακληθεί ολοσχερώς μέχρι σήμερα. Περιληπτικά αναφέρω ότι γύρω στο 1770μ.χ εμφανίστηκε ένα σημαντικό κίνημα πολλών Μοναχών του Αγίου Όρους που υπερασπιζόταν την παράδοση της Εκκλησίας για την τέλεση των μνημοσύνων (Κολλύβων) την ημέρα του Σαββάτου και όχι της Κυριακής, όπως είχε αρχίσει να γίνεται στην Κωνσταντινούπολη για καθαρά κοινωνικούς λόγους. Το πατριαρχείο στην αρχή δεν αντέδρασε θεωρώντας ότι οι κολλυβάδες  “καλώς ποιούσιν κατά το αρχαίον της Εκκλησίας έθος”. Μετά όμως την παρέμβαση των διαφωνούντων μοναχών του Αγίου Όρους -που ήταν και οι περισσότεροι- το Πατριαρχείο ισχυρίστηκε, και σε αντίθεση των όσων είχε μέχρι τότε διατυπώσει, ότι η τέλεση μνημοσύνων την Κυριακή είναι η “ανέκαθεν ιερά της Εκκλησίας τάξις και κανονική διατύπωσις” και “αποστολική Παράδοσις”! Έτσι συγκαλείται το 1776μ.χ  η Ιερά Σύνοδος και καταδικάζει με άλυτο αφορισμό τους ορθοδόξους Αγιορείτες, που χλευαστικά ονόμασαν Κολλυβάδες. Ο αφορισμός αυτός δεν ανακαλέστηκε ποτέ παρά την λύση, για αδιευκρίνιστους λόγους,  του αφορισμού του ιερομονάχου Αθανασίου Παρίου από τον Πατριάρχη Γαβριήλ το 1781. Η λύση του αφορισμού αφορούσε μόνο τον Αθανάσιο και όχι  όλους τους Κολλυβάδες. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η μαζική αποχώρηση μοναχών από τον Άθω και η διασπορά τους σε πολλά μέρη ανά την Ελλάδα όπου ίδρυσαν νέες μονές.

Το 1807μ.χ  ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ με συνοδική επιστολή υπενθύμισε σε όλους τους υπό την δικαιοδοσία του μητροπολίτες, επισκόπους, κληρικούς, μοναχούς και πιστούς τον αφορισμό των Κολλυβάδων “προς τελείαν εξάλειψιν της πάλαι ποτέ αναφνείσης εκείνης των δοκοφρόνων διενέξεως” . Και εντέλλεται: “Διά ταύτα οριζόμεθα εν πνεύματι αγίω και θεσπίζομεν, ίνα τα συμβάντα μνημόσυνα των ευσεβώς κοιμηθέντων επιτελώνται απαρατηρήτως και εν Κυριακαίς και εν Σάββασιν, ως και εν ταίς λοιπαίς ημέραις της εβδομάδος”. Αυτή η απόφαση ισχύει μέχρι και σήμερα.

Η συντηρητική αλλά και ιδιότυπη ιδεοληψία της ιεραρχίας της εκκλησίας κατά την οποία  μόνο αυτή έχει το δικαίωμα να ορθοτομεί τον Λόγο του Θεού και την παράδοση, είχε αποτέλεσμα την δημιουργία θυμάτων τα οποία είχαν το ¨θράσος¨  να έχουν διαφορετικές απόψεις και θέσεις από αυτήν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων αφορισμών είναι των Ρήγα Φεραίου, Αλέξανδρου Υψηλάντη και Ελευθερίου Βενιζέλου ιδιαίτερα σε εποχές που η ενότητα και η σύμπλευση πολιτικών και θρησκευτικών δυνάμεων ήταν άκρως ζωτική για τον Ελληνισμό. Θύμα όμως της ίδιας νοοτροπίας έπεσε και η νεοελληνική λογοτεχνία όπου μερικά εξέχοντα τέκνα της, των οποίων το έργο τιμά την Ελλάδα, διώχθηκαν από την εκκλησία. Θα αναφερθούμε περιληπτικά σε τρείς από αυτούς.

Ο κεφαλλονίτης Ανδρέας Λασκαράτος υπήρξε διακεκριμένος σατιρικός ποιητής και πεζογράφος. Στα κείμενά του φάνηκε η διαφορετική του άποψη με τα τεκταινόμενα στην εκκλησία της Κεφαλλονιάς. Ιδιαίτερα καυστικό θεωρήθηκε το σχόλιό του «Μπορούνε να ειπωθούνε οπαδοί του Χριστού, επειδή πιστεύουνε πως η θεότητα είναι τρισυπόστατη, ενώ η πραγματική τους θεότητα είναι το νιτερέσο τους;» επειδή κατακεραύνωνε την ασύδοτη ιδιοτέλεια των κληρικών. Ο μητροπολίτης Κεφαλληνιάς Σπυρίδωνας Κοντομιχάλης το 1856μ.χ αφορίζει τον Λασκαράτο αφού πρώτα έχει στρέψει εναντίον του τους απλούς πιστούς. Ο Λασκαράτος, επειδή η ένταση κράτησε περίπου ένα χρόνο με αποτέλεσμα την επανάληψη του αφορισμού από τον Μητροπολίτη, αναχωρεί για το Λονδίνο επιζητώντας την λήξη του θέματος. Τον επόμενο χρόνο όταν επιστρέφει στην Κεφαλλονιά εγκλείεται  4 μήνες στο Σωφρονιστήριο της Κεφαλονιάς ύστερα από την ερήμην καταδίκη του, για την κυκλοφορία της σατιρικής εφημερίδας Λύχνος. Το 1867 εκδίδει την Απόκριση εις τον Αφορεσμόν του Κλήρου της Κεφαλονιάς τω 1856 και αντιμετωπίζει πάλι την δικαιοσύνη όπου όμως οι ένορκοι τον αθωώνουν.  Το 1899 ο ιερέας Γεράσιμος Δορίζας, θαυμαστής και φίλος του Λασκαράτου, πέτυχε -μέσα από δραματικές και πολυσχιδείς διαδικασίες- την άρση του αφορισμού. Ο Ανδρέας Λασκαράτος πέθανε στις 24 Ιουλίου του 1901 και κηδεύτηκε θρησκευτικά και με τις δέουσες τιμές, αφήνοντας ένα σημαντικό συγγραφικό έργο.

 

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης με το βιβλίο του σταθμό για τα ελληνικά γράμματα Πάπισσα Ιωάννα που εκδίδει το 1866μ.χ προκαλεί μία από τις μεγαλύτερες ταραχές στην εκκλησία. Το μυθιστόρημα αναφέρεται στη νόθα κόρη μιας χηνοβοσκού που καταφέρνει να αναρριχηθεί  στο ύπατο αξίωμα της Καθολικής εκκλησίας και γίνεται Πάπας –Πάπισσα η οποία πεθαίνει με τον πλέον σκανδαλιστικό τρόπο γεννώντας το παιδί του εραστή της μπροστά στα μάτια του πλήθους. Η εκκλησία αναστατώνεται και αντιδρά με μανία.  Ζητά την επέμβαση του εισαγγελέα, αποκηρύσσει το βιβλίο αποκαλώντας το σατανικό και εκ προοιμίου αφορίζει όσους το διαβάσουν. Βέβαια υπάρχει ασάφεια σχετικά με τον αφορισμό του ίδιου του Ροΐδη  κατά πόσον έγινε και μετά από λίγο ανακλήθηκε ή αν δεν αφορίστηκε καθόλου αλλά το βέβαιο όμως είναι ότι πολεμήθηκε σκαιότατα από το εκκλησιαστικό κατεστημένο.

Η αντίδραση/ απάντηση του  Ροΐδη βρίσκεται στην επιστολή του προς την Ιερά Σύνοδο για την απόφασή της περί αποκηρύξεως Βλάσφημου και Κακοήθους Βιβλίου, και με τις περίφημες Επιστολές Αγρινιώτου, που υπογράφει ως Διονύσιος Σουρλής και με τις οποίες σαρκάζει και καυτηριάζει την στάση της εκκλησίας υπερασπιζόμενος το βιβλίο του. Στο τέλος της απαντητικής επιστολής του προς την Ιερά Σύνοδο γράφει: «ο καιρός ίσως δεν είναι μακράν ότε θα είπωσι και οι Έλληνες: Δεν θέλομεν πλέον να ήμεθα Βυζαντινοί αλλά Χριστιανοί! και τότε άγιοι μου Πατέρες, όταν η ηώς αυτή και εφ’ ημάς ανατείλη, αν επιμένετε ακόμη θεωρούντες ως καταχθόνιον δαίμονα τον συγγραφέα της Ιωάννας, θέλετε αναγκασθή τουλάχιστον αντί Σατανά ονομάσετε αυτόν Εωσφόρον».

«Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι πατέρες, σας δίνω κι εγώ μια ευχή: Σας εύχομαι να ‘ναι η συνείδηση σας τόσο καθαρή, όσο είναι η δική μου και να ‘στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ»

Αυτή είναι η απάντηση του Νίκου Καζαντζάκη στις απειλές της εκκλησίας περί αφορισμού του το 1953 πριν καν εκδοθεί ο Τελευταίος Πειρασμός. Η υπαρξιακή αγωνία του Νίκου Καζαντζάκη το μεγάλο ανήσυχο πνεύμα του καθώς και οι φιλοσοφικές του αναζητήσεις, οι οποίες είχαν ευθέως περάσει στα σημαντικά έργα του, σκανδάλισαν την εκκλησία η οποία είχε εκμανεί ιδιαίτερα από την επίδραση που δέχθηκε ο στοχαστής και αναζητητής Καζαντζάκης  από τον Βουδισμό και από την ένταξή του στον Τεκτονισμό.

Ο χαρακτηρισμός της εκκλησίας της Ελλάδος για το έργο του Καζαντζάκη.

«……ότι είναι δυσσεβές και αντιχριστιανικόν, απεφάσισε να προβή εις αμέσους εντόνους ενεργείας παρά τοις αρμοδίοις προς αποτροπήν της τοιαύτης προβολής, η οποία θα σκανδαλίσει και θα βλάψει πνευματικώς το Χριστεπώνυμον πλήρωμα της εκκλησίας της Ελλάδος…»

Ο Καζαντζάκης αδιαφορεί για τις απειλές και τις διώξεις της εκκλησίας και συνεχίζει να γράφει με το ίδιο πάθος και πνεύμα μέχρι το θάνατο του το 1957. Η κηδεία του έγινε στο Ηράκλειο της Κρήτης και πάνω στον τάφο του είχε ζητήσει να γραφεί η  βουδιστική φράση: «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα. Είμαι ελεύθερος».

Όπως αποκάλυψε η έρευνα της δημοσιογράφου Ελένης Κατσουλάκη μετά από πολλά χρόνια, ο αφορισμός του Καζαντζάκη δεν ίσχυσε ποτέ στην πραγματικότητα, αφού δεν υπογράφηκε ποτέ, όπως απαιτείται, από τον φωτισμένο Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα.

Η Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών δημιούργησε, διατηρεί και φυλάσσει στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης το μεγαλύτερο μέρος του αρχείου του Νίκου Καζαντζάκη καθώς και τη βιβλιοθήκη και το γραφείο του. Στην ιστοσελίδα http://www.historical-museum.gr/kazantzakis, την οποία επιμελήθηκε ο Αλέξης Καλοκαιρινός, υπάρχει  η πληρέστερη βιογραφία του συγγραφέα.

 

Ο Τελευταίος Πειρασμός, η ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε βασισμένη  στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη, αντιμετωπίζει από το 1988 τις κλειστές πόρτες των ελληνικών κινηματογραφικών αιθουσών  χάρις στην αντίδραση της Εκκλησίας  εκ μέρους…. των  σκανδαλιζόμενων χριστιανών.

 

Παρά τις κατά καιρούς αδυσώπητες μάχες της εκκλησίας κατά του ελεύθερου στοχασμού και των ανήσυχων πνευμάτων, η μέγιστη ποινή του Αφορισμού επιβλήθηκε από αυτήν με σχετικό μέτρο, ιδιαίτερα αν την συγκρίνει κανείς με τις ποινές της Ιεράς Εξέτασης. Αυτό όμως που κάνει εμάς τους Έλληνες να αναρωτιόμαστε είναι το κραυγαλέο και το ανήκουστο των περιπτώσεων στις οποίες η εκκλησία εφάρμοσε τον αφορισμό. Βέβαια στην κοινή συνείδηση κανένας διωγμός, κανένας αφορισμός και καμία ποινή της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν μπορεί να συγκριθεί με τις ποινές της Ιεράς Εξέτασης, του οργάνου δηλαδή της Δυτικής Καθολικής Εκκλησίας.

Ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Δ. Μεταλληνός  γράφει «H δύναμη που κινεί τη συνείδη­ση του Ορθοδόξου, είναι η δικαιο­σύνη, αλλά εν αγάπη. Αγάπη δε όχι «προς το ομοεθνές μόνον, αλλά προς παν το ομογενές (σε κάθε άνθρωπο)», που ταυτίζεται με την (ανιδιοτελή) αγάπη του Θεού. Ακό­μη και ο αφορισμός (η φρικτή πρά­γματι αυτή εκκλησιαστική πράξη) δεν συνιστά εκδίκηση ή ποινή, επι­βαλλόμενη από την Εκκλησία στην πλάνη και τον πλανώμενο, αλλά επιβεβαιώνει «τον αυτοαποκλεισμό του ανθρώπου από την σωτη­ρία και υπαρκτική γνησιότητα» και στοχεύει στην μετάνοια και την επιστροφή του». Πόσο θα θέλαμε η σκέψη του να αντικατόπτριζε τις μέχρι τώρα θέσεις της Εκκλησίας και πόσο θα θέλαμε ο κατάλογος των αφορισμών να ήταν κενός. Διότι στον κατάλογο των Αφορισμών περιλαμβάνονται και πολλοί άλλοι -ηχηροί και μη- μεταξύ των οποίων είναι οι αφορισμοί και οι διώξεις των Ησυχαστών (κίνημα μοναχών των αρχών του 14ου αιώνα στην Θεσσαλονίκη που είχαν ως σκοπό την ένωση με τον Θεό μέσω της ησυχίας και της πλήρους απομονώσεως από τον κόσμο), της άγριας σφαγής των Ζηλωτών (πνευματικό κίνημα από ελληνίζοντες νέο-πλατωνιστές και νέο-αριστοτελικοί μελετητές του 10ου αιώνα), των οπαδών του Διαφωτισμού συμπεριλαμβανομένων των Αδαμαντίου Κοραή και Βολτέρου. Χαρακτηριστικά αναφέρονται οι διαφωτιστές, σε πατριαρχική εγκύκλιο του έτους 1793 σαν σύνολο  «πονηρών και μισάνθρωπων δαιμόνων».

 

Οι φυσικές επιστήμες, γύρω στα 1780, διδάσκονταν στις παρίστριες ηγεμονίες όχι μόνο θεωρητικά, αλλά και πειραματικά. Νέα μέθοδος που εισήχθη στην εκπαίδευση ήταν η «αλληλοδιδακτική», η οποία επέτρεπε τη συγκέντρωση μεγαλύτερου αριθμού μαθητών στον ίδιο διδακτικό χώρο, κάτω από την επίβλεψη ενός μόνο δασκάλου. Πρόκειται για τη «Λανγκαστεριανή» μέθοδο, που συστηματοποιήθηκε στην Αγγλία από τους A. Bell και J. Lancaster στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα. Ο κύριος εισηγητής της στον ελληνικό χώρο, Γεώργιος Κλεόβουλος (1785-1828) και οι υποστηρικτές της μεθόδου τόνιζαν τη δυνατότητα να εκπαιδευτούν περισσότερα παιδιά με λιγότερα μέσα, υπογραμμίζοντας το μαζικό της χαρακτήρα. Αλλά κι αυτές οι προσπάθειες που αφορούσαν την οργάνωση και όχι το περιεχόμενο της εκπαίδευσης συνάντησαν, όπως σε όλες τις ανάλογες περιπτώσεις, την αντίθεση του εκκλησιαστικού μηχανισμού, καθώς το πατριαρχείο απαγόρευσε την εφαρμογή της στα σχολεία της Κων/πολης. (από τα αρχεία της Βουλής των Ελλήνων)

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: