Αναρτήθηκε από: spzoidis | 11/11/2016

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΥΗΣΗ

Αν η φιλοσοφία λογίζεται σαν παιδεία θανάτου, τότε με την μύηση αποκτά κανείς εμπειρία θανάτου. Και όχι μόνο!!!! Αλλά και εμπειρία ανάστασης.

Η ανθρώπινη φύση σπουδάζοντας τις άκρες της ζωής ανέπτυξε την φιλοσοφική σκέψη η οποία μελέτησε, και μελετά ακόμη, το πέρα από τη ζωή. Το επέκεινα. Θύρα ή κομβικό σημείο του επέκεινα είναι ο θάνατος. Επομένως ο θάνατος έγινε, σαν το μόνο αναπόφευκτο γεγονός του ανθρώπου, ο πιστός φίλος του φιλόσοφου που του αποκαλύπτει το νόημα της ζωής, καθώς και το ηθικό νόημα του ανθρώπου που υπερβαίνει το θνητό Είναι του.

Ο φόβος του θανάτου, όμως, καθώς άρχισε να αποκτά την προβληματική του άρχισε και να επιζητά λύσεις που -τουλάχιστον- θα μπορούσαν να προσφέρουν στον άνθρωπο κάτι περισσότερο από το Τίποτα του επέκεινα, του πέρα από τη ζωή. Και ιδιαίτερα να του προσφέρουν αυτό που και ο Νίτσε λέει με το στόμα του Ζαρατούστρα στο τραγούδι του τάφου «και μόνο όπου υπάρχουν τάφοι, υπάρχουν και αναστάσεις». Κανείς δεν μπορεί να προσεγγίσει την αρχέτυπη σκέψη του ανθρώπου που τοποθέτησε σαν επακόλουθο του θανάτου, από υποψία μέχρι βεβαιότητα, την ανάσταση. Ίσως αυτό να αποτέλεσε απόρροια της απόρριψης της ιδέας της ύπαρξης μέσα από το μηδέν και το τίποτα, που οδηγεί σε αδιέξοδο τον άνθρωπο, και την αποδοχή της υπαρξιακής συνέχειας του τώρα με το επέκεινα. Το μηδέν, εκτός ελάχιστων περιπτώσεων, ο άνθρωπος δεν το κατανοούσε.

Αλλά πως έφτασε ο άνθρωπος στο δίπολο θάνατος-ανάσταση;  Πιστεύω, και σας βεβαιώ όχι μόνο εγώ,  ότι η απάντηση βρίσκεται στη φύση. Η παρατήρηση των φαινομένων αλλά και της λειτουργίας της φύσης εμφύτευσαν στον άνθρωπο την ιδέα της ανάστασης. Η δύση και η ανατολή του Ήλιου, ο σπόρος του σιταριού που νεκρός όντας ανασταίνεται και βλαστάνει εκ νέου σε έναν ατελείωτο κύκλο ζωής και θανάτου, αλλά και η ζωογόνος άνοιξη που κατέλυε το μυστήριο του χειμώνα-θανάτου, αποτέλεσαν καταλυτικές σκέψεις για τον άνθρωπο.

Η ανάπτυξη των μύθων, και ιδιαίτερα αυτών που συνδέονταν με το πρωτόγονο  θρησκευτικό συναίσθημα, συμπεριέλαβαν το δίπολο θάνατος-ανάσταση σε τραγικές αναπαραστάσεις της φύσης μέσα από τους Θεούς του ανθρώπου. Οι αναπαραστάσεις αυτές (διαμελισμός Διονύσου και ανάστασή του, διαμελισμός του Όσιρι και επαναφορά του στη ζωή, θάνατος και ανάσταση του Άδωνη αλλά και του Χριστού)  δίνονταν με την εξωτερική τους ερμηνεία εντελώς συμβολικά. Τα ανάλογα ιερατεία περιορίζονταν στην τελετουργική αναπαράσταση του θανάτου και της ανάστασης των θεών τους και μέχρι εκεί. Αλλά ο άνθρωπος δεν έμενε ικανοποιημένος. Δεν κατανοούσε γιατί δεν αποκτούσε εμπειρία. Γνώση, και μάλιστα όχι πρωτογενή, μπορεί να αποκόμιζε, αλλά προσωπική εμπειρία -έστω και μέσα από συμβολισμούς και αλληγορίες- ποτέ. Το κενό αυτό συμπληρώθηκε με τη μυητική διαδικασία μέσα από τα μυστήρια. Τα μυστήρια, σαν εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου να γνωρίσει τον εαυτό του, την συνείδησή του και γενικά το νόημα της ζωής και να συμφιλιωθεί με την ιδέα του θανάτου αλλά και με το επέκεινα, αναπτύχθηκαν -και αυτό είναι παράδοξο- παράλληλα με τις θρησκείες. Κανένα όμως από τα πολλά μυστήρια/μυητικά τάγματα που υπήρξαν, αλλά και υπάρχουν ακόμα, δεν λειτούργησε σαν θρησκεία. Σεβάστηκαν τις θρησκείες και αποζητούσαν το θρησκευτικό συναίσθημα των μυημένων που χωρίς την πίστη τους στο Θείον δεν μπορούσαν να κατανοήσουν την ζωή και τον θάνατο.

Τα σύμβολα, οι αλληγορίες και οι τελετουργικά αναπαριστώμενοι μύθοι είναι τα εργαλεία που προσδίδουν την βιωματική εμπειρία του δίπολου θάνατος-ανάσταση στον μύστη. Θα αναρωτηθεί κανείς αν πράγματι όλοι όσοι έχουν κατά τη διάρκεια της ιστορίας του κόσμου μυηθεί, έχουν κατανοήσει το δίπολο αυτό και έχουν απαλύνει τον φόβο του θανάτου. Είμαι βέβαιος πως όχι. Αλλά υπάρχουν πολλοί που, έστω και μια ακτίνα φωτός να διέσπασε το απόλυτο σκοτάδι της ανυπαρξίας και του τίποτα, μέσα από την συμβολική εμπειρία του θανάτου και της ανάστασης, άρχισαν το μεγάλο τους ταξίδι προς το επέκεινα με την πεποίθηση της μετάστασης στην αιωνιότητα.

Αναπολώ, μειδιώντας ειρωνικά τώρα, την τρομακτική φιγούρα του θανάτου με την αποτρόπαια μάσκα, την μυτερή κουκούλα, τον μαύρο μανδύα και προπαντός το δρεπάνι στο χέρι που, παραλίγο, να παίξω σκάκι μαζί του στην Έβδομη Σφραγίδα του Μπέργκμαν. Το δημιούργημα αυτό από μόνο του σε έκανε να ανατριχιάσεις. Πάντα ήθελα να του βγάλω τη μάσκα και να δω τα μάτια του. Αφού είχε φιγούρα ανθρώπου, αποτρόπαια αλλά ανθρώπου, ήθελα να δω τα μάτια του και μέσα από αυτά τη πραγματική του διάσταση. Άλλωστε κάθε τι που φοράει μάσκα κάτι κρύβει, ίσως ήθελε απλά να με τρομάξει. Όπως τρόμαζε σε όσους είχε εμφανιστεί.

Έτσι, με την βασική όσο και απαραίτητη προϋπόθεση της πίστης στην ύπαρξη του Θείου, θέλησα να κατέβω στο βάθος της συνείδησής μου και να γνωρίσω τον εαυτό μου. Άφησα τον αέρα να φυσήξει από πάνω μου τη σκόνη της ημιμάθειας.  Καθάρισα το λερωμένο κορμί και το βλέμμα μου με το νερό. Έκαψα στη φωτιά ότι με βάραινε. Και κατέβηκα στην μήτρα της παγκόσμιας μητέρας Γής. Μπορεί η λογική να βάζει όρια, όρια ανυπέρβλητα όπως είναι ο θάνατος, αλλά η εσωτερική προδιάθεση του σκεπτόμενου ανθρώπου τον οδηγεί σε άλλες σφαίρες σκέψης χωρίς κανένα όριο στην αναζήτησή του. Η υπέρβαση της σκέψης της εποπτείας του χώρου και του χρόνου μας οδηγεί στο άπειρο και το άχρονο. Και σε καινούργια εποπτεία του κόσμου, του ανθρώπου γενικά και ιδιαίτερα του εαυτού μας. Η παραγόμενη σκέψη μέσα από την ενόραση είναι πρωτογενής, είναι αποκλειστικά δική μας. Επομένως έτσι αναγεννημένος από την μήτρα της μητέρας Γής άρχισα να ξαναγνωρίζω τον εαυτό μου και τον κόσμο.

Το κτίσιμο ενός νέου ανθρώπου και μιας καινούργιας κοσμοθεωρίας επέρχεται, επώδυνα είναι αλήθεια, με την προσπάθεια που καταβάλεις για να κατέλθεις αυτό το δύσβατο μονοπάτι που σε οδηγεί στο βάθος της συνείδησής σου. Εκεί είναι το θηρίο που πρέπει να αντιμετωπίσεις. Και όλα αυτά, κατά περίεργο αλλά θαυμαστό τρόπο, γίνονται πραγματικότητα. Παίρνεις το σπαθί, γίνεσαι Θησέας και αντιμετωπίζεις τον Μινώταυρο. Τώρα άμα τον σκοτώσεις είναι καθαρά προσωπική σου υπόθεση, κανείς άλλος δεν μπορεί να σκοτώσει τον Μινώταυρό σου εκτός από σένα.

Σαν μαθητευόμενος της διαδικασίας αυτής έχεις βγάλει από το μυαλό σου την ιδέα του θανάτου. Κυριαρχεί η ιδέα της ζωής. Μαθαίνεις να ζεις. Αλλά με άλλο τρόπο μέσα από άλλη κοσμοαντίληψη και θεώρηση του μικρόκοσμου που σε περιβάλει αλλά και του μακρόκοσμου που σου φανερώνεται σε μια άλλη διάσταση μέσα από τη διάθλαση των ανοιχτών σου ματιών πλέον. Μα το κυριότερο που επισυμβαίνει είναι η μετατροπή του Εγώ σε Εμείς. Και το Εμείς δεν λογίζεται έξω από σένα αλλά εσύ ο ίδιος αποκτάς, αν αποκτάς εν τέλει, την πολλαπλότητα της εγρήγορσης του Εγώ σου. Βέβαια η διαδικασία της μαθητείας δεν έχει χρονικούς περιορισμούς και το «γηράσκω αεί διδασκόμενος» παραμένει καρφωμένο στο μυαλό σου. Γιατί τελικά, το ξέρετε άλλωστε, όλα είναι ζήτημα μυαλού.

Ο θάνατος αργεί λίγο ακόμη. Πριν από την εμπειρία θανάτου υπάρχει η παιδεία θανάτου. Η φιλοσοφία, σαν περικλείουσα όλες τις άλλες επιστήμες, είναι ο νέος δρόμος σου. Στο στάδιο αυτής της μαθητείας σου εγχειρίζονται τα εργαλεία εκείνα που χρειάζεσαι για να πεθάνεις. Μαθαίνεις να ζεις γνωρίζοντας ότι θα πεθάνεις. Και πεθαίνεις σαν άγρια τιμωρημένος γιατί σκότωσες το Φως που είχες μέσα σου. Καταδικάζεσαι για τον φρικτό φόνο που διέπραξες σαν αχρείος. Τον θάνατο του εαυτού σου.

Και εκεί που μοιάζεις με στάχυ, καταπράσινο και αγέρωχο, στον κάμπο της Ελευσίνας, έρχεται ο ήλιος και το δρεπάνι και σε ρίχνουν στο βάραθρο του σκότους. Σκοτάδι και τρόμος αν και βρίσκεσαι ανάμεσα στους πεθαμένους και αναστημένους. Τώρα η αντίληψη τελειώνει και αρχίζει η βιωματική εμπειρία. Ζεις και όχι απλά γνωρίζεις ότι θα πεθάνεις αλλά γνωρίζεις ότι τώρα, σε λίγο πεθαίνεις. Αυτό είναι το πρώτο σοκ και η πρώτη εμπειρία θανάτου. Γνωρίζεις ότι σε λίγο κάποιος, που ίσως γελάει πίσω από τη μάσκα θα σου κάνει ματ στη σκακιέρα της ζωής. Τότε αναδύεται η εικόνα του πραγματικού σου Εγώ, του Εαυτού, που έκτισες -η καλύτερα σμίλεψες- τόσο καιρό. Και η εικόνα αυτή δεν χωρά σε μέτρα σύγκρισης. Είναι, πλέον, αυτή που είναι. Το σκοτάδι προηγείται του θανάτου. Βιώνεις το σκοτάδι σαν σκοτάδι ζωής και συνάμα απώλειας. Νοιώθεις ότι «νυν απολύεις» τη ζωή σου. Αλλά δεν θλίβεσαι και περισσότερο ούτε θυμώνεις, και αυτό γίνεται γιατί είσαι ανάμεσα σε πεθαμένους και αναστημένους, ανάμεσα σε αυτούς που έχουν πριν από σένα πεθάνει και αναστηθεί.

Έπειτα έρχεται το πρώτο κτύπημα από χέρι συνοδοιπόρου σου. Μα, λες, μαζί με αυτόν είχαμε πάρει το σκληρό μονοπάτι, δίπλα-δίπλα πορευόμαστε… και έρχεται το δεύτερο κτύπημα πάλι από αχρείο συνοδοιπόρο. Και το τρίτο, το τελειωτικό. Να και ο τρίτος συνοδοιπόρος. Χάνεις την αίσθηση της βαρύτητας, νομίζεις ότι πέφτεις στο κενό αλλά απλά γεμίζεις το κενό της άδειας, μέχρι πριν λίγο, σαρκοφάγου. Χάνεσαι στο τίποτα, νομίζεις. Και το ταξίδι αυτό το βιώνεις χωρίς αισθήσεις, πλέον, και χωρίς αισθήματα. Και προπάντων δεν νοιώθεις λύπη και θλίψη. Λύπη για αυτά που έκανες και αυτά που δεν έκανες και θλίψη για ό,τι αφήνεις πίσω σου. Και ξαφνικά ακούς θρήνους και κοπετούς. Και διαπιστώνεις ότι, χωρίς να αισθάνεσαι, σκέφτεσαι. Πως είναι δυνατόν!!!! Σάμπως να ζει κάτι άλλο από σένα, έξω από σένα. Λες και ο Άδωνης ή ο Διόνυσος έγιναν εσύ. Ακούς χωρίς αυτιά και βλέπεις χωρίς μάτια. Βλέπεις εφτά συνοδοιπόρους σου να σε αναζητούν. Σε ψάχνουν οδοιπορούντες και θρηνούντες. Γιατί δεν θέλουν να σε αφήσουν στο σκοτάδι που περιπλανιέσαι στον άγνωστο για σένα αλλά γνωστό σε αυτούς χώρο, χωρίς χρόνο.

Η αναζήτηση τους μοιάζει σαν πράξη θέλησης μεγάλης και προκαθορισμένου σχεδίου γραφή. Ποιητική εικόνα. Εσύ θαμμένος σαν το σπόρο  του σίτου και αυτοί σαν την άνοιξη να σε ψάχνουν για να σε τιμήσουν με τη ζωή. Την άλλη ζωή. Εσύ ο καταδικασμένος σε θάνατο, ο πεθαμένος, αναζητείσαι σαν τον ενσαρκωτή του νέου οδηγητή. Τι ανατροπή!!! Τι μαγεία!!! Από αποδιοπομπαίος θύτης σε Άγιο Θύμα. Μόνο σε άλλη διάσταση μπορεί να συμβεί αυτό. Σε βρίσκουν, πρόχειρα θαμμένο, κάτω από το δένδρο της γνώσης και της αφθαρσίας. Και καλούν -επικαλούνται μάλλον- τον Μεγάλο οδηγητή και Δάσκαλο, να έλθει και να σε αναγνωρίσει. Σε αναγνωρίζει χωρίς τον δερμάτινο μανδύα σου που έχεις αποβάλλει και έχει αποσυντεθεί εις τα εξ ων συνετέθη, και χωρίς αυτά που σε στόλιζαν ή σε βάραιναν. Και αισθάνεσαι να ξαναβρίσκεις τις άλλες πέντε, ή και πολύ περισσότερες αισθήσεις σου, αυτές που σε κάνουν να αποκτάς την υπαρξιακή σου συνέχεια από τα πριν διεστώτα στο Επέκεινα. Διεστώτα. Διασπασμένος ο δερμάτινος χιτώνας σου αλλά κάτι άλλο, κάτι σαν σκέψη χωρίς μνήμη, σου φανερώνει έναν άλλο Εαυτό σε μία άλλη διάσταση. Η διάσπαση πραγματώθηκε αλλά η άλλη διάσταση είναι εδώ. Και νοείς, όχι ακούς… όχι, και νοείς λοιπόν την φωνή που παραγγέλλει την ανάκλησή σου. Και λες…. Μα πώς θα σηκωθώ χωρίς σάρκα και χωρίς μορφή; Αλλά περιμένεις χωρίς μνήμη, μα με προσδοκία ανάστασης.

Και τότε έρχεται Φως. Το περισσότερο Φως που αναζητούσε στην επιθανάτια κλίνη του και ο Γκαίτε, λες και κάτι να ήξερε. Το σκοτάδι διαλύεται και το Φως είσαι εσύ. Πολύ Φως. Διαφορετικό Φως. Το άλλο Φως της άλλης διάστασης αλλά και το Φως του Τώρα και του Επέκεινα. Αρχίζεις να αισθάνεσαι σαν το νέο στάχυ στον κάμπο της Ελευσίνας, σαν το στάχυ δίπλα στο Νείλο, σαν το στάχυ της κοιλάδας του Ευφράτη, σαν τον χρισμένο-μυημένο που ανασταίνεται. Ο σπόρος του σίτου που αφού σάπισε, ξαναφύτρωσε. Και αγάλλονται όλοι οι συνοδοιπόροι σου που θα έχουν πάλι τον σύντροφό τους, όπως στο τώρα έτσι και στο Επέκεινα. Και όλοι γιορτάζουν όπως γιορτάζει η άνοιξη.

Έτσι, η παιδεία του θανάτου μετατράπηκε σε εμπειρία θανάτου. Μέσα από τη διαδικασία της μυητικής τελετουργίας. Η αλληγορία του μύθου «Θάνατος- Ανάσταση» που χρησιμοποιούν τα μυητικά τάγματα έχει σκοπό να εξοικειώσει τον άνθρωπο με την ιδέα του θανάτου και του Επέκεινα. Δεν σημαίνει ότι αντανακλούν ή έμμεσα δείχνουν την «άλλη» πραγματικότητα. Άλλωστε δεν εμπίπτει σε καρτεσιανή απόδειξη η ύπαρξή της. Αλλά οι μύστες των Μυστηρίων, πιστεύουν στην ύπαρξη του Θείου, άσχετα με την διαφορετικότητα η ονομασία που του αποδίδουν οι θρησκείες, και στην ύπαρξη της ψυχής και, πολλοί, στην αθανασία της. Τα δεδομένα αυτά, ίσως από ενδόμυχη και αρχέγονη ανάγκη, σε κάνουν να τραβάς την αποτρόπαιη μάσκα του δρεπανηφόρου θανάτου και να τον κοιτάς κατάματα. Αυτός ξέρει που σε πάει, αλλά και εσύ του κλείνεις το μάτι λέγοντας…  πάμε. Και αν σε πάει στο Τίποτα τότε το μόνο που έχεις καταφέρει είναι να ξεκινήσεις το μεγάλο ταξίδι ήρεμος και χωρίς τον τρόμο στα μάτια σου και την καρδιά σου. Αν όμως σε πάει εκεί που έχεις φανταστεί, τότε του λες δείχνοντάς του τα δένδρα… Την Ακακία την γνωρίζω. Σε κάθε, όμως, περίπτωση έχεις ζήσει με συνείδηση και σε εγρήγορση. Αυτό και αν είναι θαύμα.

ΣΠΥΡΟΣ ΖΩΙΔΗΣ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: